Ένωση Εισαγγελέων: Προς την ορθή κατεύθυνση οι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα

Από: newsroom
0 Σχόλιο

Προς την ορθή κατεύθυνση κινούνται, σύμφωνα με την Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος πολλές από τις διατάξεις του νομοσχέδιου του υπουργείου Δικαιοσύνης για τις παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Η ανακοίνωση της Ε.Ε.Ε., έχει ως εξής:

«Ι. Μετά την ολοκλήρωση της διαβούλευσης επί του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης – Εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας», επί της νέας δηλαδή νομοθετικής παρέμβασης στο χώρο του ποινικού και δικονομικού ποινικού δικαίου, δημιουργήθηκαν σοβαρές επιφυλάξεις και ερωτήματα σε σχέση, τόσο με τη σκοπιμότητα και αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων, όσο και με την ειδικότερη αξιακή εναρμόνισή τους στο δικαιικό μας σύστημα. Είναι βέβαιο ότι οι διαρκείς νομοθετικές παρεμβάσεις και οι ασυνέχειες στην κυρωτική νομοθεσία, υπονομεύουν τη διαχρονική ισχύ του ποινικού νόμου και τραυματίζουν την ασφάλεια δικαίου, που είναι βασικό στοιχείο της ίδιας της νομιμοποίησης της ποινικής καταστολής.

ΙΙ. Επιδίωξη κάθε εισαγγελικού λειτουργού, που βρίσκεται καθημερινά στην πρώτη γραμμή του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά και επιδίωξη της ΕΕΕ που τον εκπροσωπεί, είναι η έγκαιρη και αποτελεσματική απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, που αποτελεί συστατικό στοιχείο κάθε σύγχρονου κράτους δικαίου. Προς την κατεύθυνση αυτή, η οποία θα εμπεδώσει σε μεγαλύτερο βαθμό την εμπιστοσύνη στο σύστημα απονομής της, η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος διαχρονικά υποβάλλει προτάσεις, οι οποίες είναι βέβαιο ότι συμβάλλουν στο σκοπό αυτό.

Έτσι το έτος 2019, με αφορμή τη δημόσια διαβούλευση των σχεδίων των κωδίκων (Ποινικού Κώδικα και Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), η ΕΕΕ επικρότησε τη νομοθετική πρωτοβουλία ριζικής αναμόρφωσης των κωδίκων. Ταυτόχρονα όμως τόνιζε τα προβλήματα που θα προκαλούνταν από επιμέρους διατάξεις και υπέβαλε συγκεκριμένες προτάσεις από τις οποίες δυστυχώς υιοθετήθηκαν ελάχιστες. Υπενθυμίζουμε ότι κατά τη διαβούλευση αλλά και κατά την ψήφιση του Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019) και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019), η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος είχε εκφράσει αντιρρήσεις, και συγκεκριμένα:

– με το από 19/3/2019 δελτίο τύπου, επισήμανε ότι «από την επισκόπηση όμως των επιμέρους διατάξεων, προκαλείται εύλογη ανησυχία ότι προτεινόμενες ρυθμίσεις όπως: α) η οριζόντια και υπερθετικά προς το επιεικέστερον μετάπτωση κακουργηματικής φύσης διατάξεων του ποινικού κώδικα αλλά και ειδικών ποινικών νόμων σε πλημμελήματα, β) η στο εξής δίωξη κατ’ έγκληση διαχρονικά αυτεπαγγέλτως διωκόμενων εγκλημάτων υψηλής κοινωνικής απαξίας και προσβολής θεμελιωδών συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων και γ) η κατάργηση επιβαρυντικών περιστάσεων αξιόποινων πράξεων και η ταυτόχρονη ex lege αναγνώριση ελαφρυντικών για στοιχεία που δεν άπτονται της προσωπικότητας του δράστη αλλά της αποκλειστικής ευθύνης της πολιτείας (υπέρβαση εύλογων χρονικών ορίων δίκης), θα επιφέρουν κατά την πρακτική εφαρμογή τους, κίνδυνο κλονισμού της κοινωνικής ειρήνης και δημόσιας ασφάλειας, αίσθημα ατιμωρησίας στους παθόντες μεγάλου όγκου κακουργηματικών αξιόποινων πράξεων που θα υποπέσουν σε παραγραφή χωρίς την επιβολή κυρώσεων στους δράστες και εμφανή δυσαρμονία ανάμεσα στην εκάστοτε ένταση προσβολής έννομων αγαθών και των αποτελεσμάτων της και στην επαπειλούμενη ποινική κύρωση»,

– ενώ με το από 4/6/2019 δελτίο τύπου επισήμανε ότι «η μετάπτωση υψηλής κοινωνικής απαξίας κακουργημάτων σε πλημμελήματα αλλά και η περαιτέρω μείωση των ορίων ποινών με ταυτόχρονη χαλάρωση των προϋποθέσεων υφ’ όρον απόλυσης, θα επιφέρει παραγραφές και μαζικές αποφυλακίσεις σε πληθώρα υποθέσεων, με τον κίνδυνο διασάλευσης της δημόσιας ασφάλειας αλλά και καλλιέργειας ευλόγου αισθήματος ατιμωρησίας στα θύματα εγκληματικών πράξεων. Εξάλλου, η περιστολή της έννοιας του υπαλλήλου στο άρθρο 263Α ΠΚ, σε συνδυασμό με την κατάργηση του Ν.1608/50 και την υποβάθμιση σε πλημμέλημα της ενεργητικής δωροδοκίας θα οδηγήσουν σε παραγραφή εκκρεμείς υποθέσεις διαφθοράς, μείζονος δημοσίου ενδιαφέροντος και θα κλονίσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στο ότι οι εκάστοτε διαβεβαιώσεις προθέσεων για την πάταξη της διαφθοράς ή διαπλοκής είναι ειλικρινείς».

Οι επισημάνσεις μας αυτές δεν εκτιμήθηκαν ορθά, ούτε λήφθηκαν υπόψη, με συνέπειες την έκδηλη αύξηση της εγκληματικότητας, κατά τρόπο πολλαπλώς επικίνδυνο για την έννομη τάξη και την ασφάλεια, τη σώρευση υποθέσεων στα ακροατήρια, χωρίς οποιαδήποτε βάσιμη προοπτική βελτίωσης της κατάστασης και τη διαπίστωση της ανάγκης τροποποίησης πολλών από τις νέες διατάξεις.

ΙΙΙ. Για κάθε δε ζήτημα που ανέκυπτε από τη πρακτική εφαρμογή των κωδίκων, οι εισαγγελείς υπέβαλαν προτάσεις για την επίλυσή του και είναι γεγονός ότι πολλές από αυτές (ιδίως αυτές που αφορούσαν τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), υιοθετήθηκαν, περιλήφθηκαν στις νομοθετικές πρωτοβουλίες που ακολούθησαν και περιλαμβάνονται πλέον στην ισχύουσα νομοθεσία.

Και στο νέο σχέδιο νόμου περιέχονται διατάξεις που αποτελούν προτάσεις της ΕΕΕ οι οποίες αναμφίβολα κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση και περιλαμβάνονταν στα με αριθμούς πρωτ. 45/21-8-2019, 34/18-3-2022 και 26/3-8-2023 έγγραφά μας προς τον υπουργό Δικαιοσύνης.

Προτάσεις μας, που υιοθετήθηκαν και αποτυπώνονται στο σχέδιο νόμου είναι:

– Η κατάργηση του υπολογισμού χρηματικής ποινής σε ημερήσιες μονάδες, αφού πλέον η χρηματική ποινή εκτελείται με βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. (άρθρα 80 παρ.6 Π.Κ. και 553 Κ.Π.Δ.). Επιπλέον δημιουργήθηκαν ερμηνευτικά αλλά και εφαρμοστικά αδιέξοδα τόσο κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής σε ημερήσιες μονάδες σε εγκλήματα που προβλέπονται σε ειδικούς ποινικούς νόμους, όσο και κατά τον καθορισμό συνολικής χρηματικής ποινής, ιδίως όταν συντρέχουν χρηματική ποινή του προϊσχύσαντος ΠΚ και χρηματική ποινή σε ημερήσιες μονάδες του νέου ΠΚ, μάλιστα και στον ίδιο νόμο, όπως για παράδειγμα στο Ν. 2168/1993 (βλ. άρθρα 7, 10, 11 του σχεδίου νόμου).

–Η επαναφορά του μέτρου ασφαλείας της δικαστικής απέλασης, το οποίο προβλεπόταν στο άρθρο 74 του προϊσχύσαντος ΠΚ, όπως επίσης και της συναφούς διάταξης του άρθρου 182 παρ. 2 ΠΚ, που προέβλεπε αυστηρές ποινικές κυρώσεις για την παραβίασή της (βλ. άρθρα 8, 9 , 27 του σχεδίου νόμου).

– Η αύξηση της εκτιτέας ανώτατης συνολικής ποινής στα 25 και 10 έτη, για πρόσκαιρη κάθειρξη και φυλάκιση, αντίστοιχα (βλ. άρθρο 16 του σχεδίου νόμου).

– Η αυτεπάγγελτη δίωξη για εγκλήματα που τελούνται σε βάρος του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (βλ. άρθρο 23 του σχεδίου νόμου).

– Η αυτεπάγγελτη δίωξη για τα εγκλήματα της απάτης ( 386 ΠΚ) , της απάτης με υπολογιστή ( 386 Α ΠΚ), της απιστίας που στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα με προκληθείσα ζημία που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ (390 παρ.1β ΠΚ) (βλ. άρθρο 47 του σχεδίου νόμου).

– Η δυνατότητα θέσης της μήνυσης ή αναφοράς, που δεν στηρίζεται στο νόμο ή είναι ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, στο αρχείο με απλή επισημείωση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, χωρίς ταυτόχρονη υποχρέωση υποβολής της δικογραφίας στον εισαγγελέα εφετών (βλ. άρθρο 54 του σχεδίου νόμου).

– Η επαναφορά της υποχρέωσης του εγκαλούντα να καταθέτει παράβολο, κατά την υποβολή της έγκλησής του, με ποινή απαραδέκτου αυτής (βλ. άρθρο 55 του σχεδίου νόμου).

– Η αύξηση των ποσών των προβλεπόμενων παραβόλων για την άσκηση προσφυγών, καθώς και η αύξηση των ποσών των δικαστικών εξόδων, ιδίως σε περιπτώσεις συνεχούς υποβολής αβάσιμων μηνύσεων (βλ. άρθρα 56 και 72 του σχεδίου νόμου).

– Η αναβολή από κάθε περαιτέρω ενέργεια, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 59 παρ. 2 ΚΠΔ και όταν εκκρεμεί η έκδοση απόφασης πολιτικού δικαστηρίου (βλ. άρθρο 57 του σχεδίου νόμου ).

–Η υπαγωγή περισσότερων πλημμελημάτων στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ( βλ. άρθρο 61 του σχεδίου νόμου ).

– Η υπαγωγή περισσότερων κακουργημάτων, που προβλέπονται και τιμωρούνται από διατάξεις ειδικών ποινικών νόμων, όπως εκείνων των Ν. 4174/2013, Ν. 2121/1993, Ν. 4002/2011, Ν. 2960/2001, Ν. 2168/1993 και Ν. 4858/2021, στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Εφετείου, το οποίο, κατά κοινή πλέον παραδοχή, συμβάλλει σε μέγιστο βαθμό στην ορθή και ταχεία απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, αφού, εκτός των άλλων, παρέχεται και η δυνατότητα για σύντομη εκδίκαση και των λοιπών κακουργημάτων αρμοδιότητας Τριμελούς Εφετείου (βλ. άρθρα 59 , 60, 73 του σχεδίου νόμου).

– Η κατάργηση του Πενταμελούς Εφετείου. Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου θα εκδικάζονται από το Τριμελές Εφετείο. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται και «εξοικονόμηση» δύο εφετών, οι οποίοι θα εκδικάζουν άλλες υποθέσεις (βλ. άρθρα 49,50,51, 60 του σχεδίου νόμου )

– Η δυνατότητα διενέργειας προανάκρισης, κατά το άρθρο 245 ΚΠΔ, στην περίπτωση χωρισμού της κύριας ανάκρισης για τα πλημμελήματα, κατά το άρθρο 130 παρ.2 ΚΠΔ (βλ. άρθρο 66 του σχεδίου νόμου).

– Ο περιορισμός της ενδιάμεσης διαδικασίας των δικαστικών συμβουλίων, με την περάτωση της κύριας ανάκρισης, κατά τη διαδικασία του άρθρου 309 ΚΠΔ, για περισσότερα κακουργήματα, ιδίως δε για εκείνα που προβλέπονται και τιμωρούνται από διατάξεις ειδικών ποινικών νόμων, έτσι ώστε να αποτελεί τον κανόνα η παραπομπή γι’ αυτά στο ακροατήριο με απευθείας κλήση. (βλ. άρθρο 71 του σχεδίου νόμου).

– Ο περιορισμός των προσχηματικών και παρελκυστικών αναβολών των ποινικών δικών, με αυστηροποίηση των προϋποθέσεων υποβολής αιτήματος αναβολής και αντιμετώπιση κάθε σημαντικού αιτίου, που ενδεχομένως ανακύψει, με διακοπή των δικών (βλ. άρθρο 76 του σχεδίου νόμου).

IV. Σημειώνουμε επίσης ότι στο ίδιο σχέδιο νόμου περιέχονται θετικές διατάξεις που αφορούν:

– την επαναφορά της αυτεπάγγελτης δίωξης στο αδίκημα της παραβίασης υποχρέωσης διατροφής (βλ. άρθρο 43 του σχεδίου νόμου),

– την επαναφορά του αδικήματος της απρόκλητης φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (βλ. άρθρο 46 του σχεδίου νόμου),

– τη δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας της ασκηθείσας από τον εισαγγελέα έφεσης, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την καθαρογραφή της απόφασης (βλ. άρθρο 78 του σχεδίου νόμου),

– την κατάργηση του άρθρου 98 του ν. 4623/2019 (Α’ 134) περί της αναστολής της παροχής κοινωφελούς εργασίας (βλ. άρθρο 101 του σχεδίου νόμου).

Παράλληλα για την ταχύτερη εφαρμογή των διατάξεων του σχεδίου νόμου με τις οποίες προβλέπεται μεταβολή αρμοδιότητας δικαστηρίου, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 102 παρ.1 θα πρέπει να διαμορφωθεί ως εξής:

«Υποθέσεις, για τις οποίες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχει γίνει επίδοση κλητήριου θεσπίσματος ή κλήσης στον κατηγορούμενο και έχουν προσδιοριστεί προς εκδίκαση μέχρι τις 30/6/2024 εκδικάζονται από το δικαστήριο στο οποίο έχουν εισαχθεί. Οι υπόλοιπες υποθέσεις, αποσύρονται και με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα, η οποία επιδίδεται στον κατηγορούμενο, προσδιορίζονται προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο».

V. Ενόψει της νέας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας του ποινικού νομοθέτη επισημαίνουμε ότι:

– Η ποινική δίκη οφείλει να έχει τέτοια δομή και λειτουργία, ώστε να πραγματώνει το σκοπό της, δηλαδή τον κολασμό των εγκλημάτων με σύγχρονη τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων, που έχουν τεθεί για την προστασία του κατηγορουμένου και των δικαιωμάτων του παθόντος, ώστε να επιτυγχάνεται εν τέλει η επιδιωκόμενη «κοινωνική ειρήνη» ,αλλά και η ποινική αξίωση της Πολιτείας να υλοποιείται σε συνθήκες «δίκαιης δίκης».

– Η ταχύτητα εκδίκασης μιας ποινικής υπόθεσης υπηρετεί το συμφέρον όλων των διαδίκων, τόσο του κατηγορουμένου, όσο και του παθόντος, ενώ αποτελεί και δείγμα αποτελεσματικής κινητοποίησης της Πολιτείας για την επίτευξη της κοινωνικής ειρήνης, που αυτονόητα διαταράσσεται από το έγκλημα και επιτρέπει στην ίδια την απειλούμενη-επιβαλλόμενη ποινή να πραγματώσει το σκοπό της .

– Οι εισαγγελείς συμβάλλουν με κάθε τρόπο στην αποτελεσματική απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, διασφαλίζοντας την, «εντός λογικής προθεσμίας» και «χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση», εκδίκαση των υποθέσεων .

– Μετά την κατάθεση του σχεδίου νόμου στη Βουλή των Ελλήνων, θα εκθέσουμε συνολικά τις απόψεις μας για όλες τις διατάξεις και στη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης.

VI . Τέλος φρονούμε, ότι οι οργανικές θέσεις των εισαγγελικών λειτουργών πρέπει να αυξηθούν και στους τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας, προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα οι υφιστάμενες υπηρεσιακές ανάγκες, αλλά και εκείνες που απορρέουν από τις επικείμενες νομοθετικές παρεμβάσεις, αλλά και τις σχετιζόμενες με τα οργανικά κενά που δημιουργούνται από τις αποσπάσεις εισαγγελικών λειτουργών σε θέσεις αποκλειστικής απασχόλησης και συγκεκριμένα πρέπει να αυξηθούν κατά δυο οι θέσεις των αντεισαγγελέων Αρείου Πάγου, κατά πέντε (5) οι θέσεις των εισαγγελέων Εφετών, κατά 10 οι θέσεις των αντεισαγγελέων Εφετών, κατά πέντε οι θέσεις των Εισαγγελέων Πρωτοδικών και κατά 15 οι θέσεις των αντεισαγγελέων Πρωτοδικών, με παράλληλη αύξηση εισακτέων της επόμενης εκπαιδευτικής σειράς της κατεύθυνσης εισαγγελέων της ΕΣΔ».

Επικοινωνία: info@rodosmedia.group

Δελτία Τύπου: info@protiekdosi.news

Όλα τα δεδομένα της ιστοσελίδας Πρώτη Έκδοση Δωδεκανήσου είναι δεσμευμένα. 
Απαγορεύεται ρητά η χρήση και αναμετάδοση τους δίχως την έγγραφη άδεια του εκδότη.

© 2018 -2023 Πρώτη Έκδοση Δωδεκανήσου. Με επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματος.

-
00:00
00:00
Update Required Flash plugin
-
00:00
00:00