Η ανεξαρτητοποίηση του Τηλέμαχου Καμπούρη είναι μια σπάνια υπενθύμιση ότι η πολιτική χωρίς αξιοπρέπεια είναι απλός συμβιβασμός.
Σε ένα τοπίο όπου η σιωπή και ο συμβιβασμός απέναντι στον ευτελισμό θεσμών και προσώπων, βαφτίζονται «υπευθυνότητα», η πράξη ενός δημοτικού συμβούλου να σταθεί όρθιος αποκτά διπλή αξία. Ο Τηλέμαχος Καμπούρης επέλεξε την αντίσταση – και μαζί, την αξιοπρέπεια.
Της Ρένας Παυλάκη
Κάθε συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Ρόδου, εδώ και πολύ καιρό, εμπεδώνει στην κοινή γνώμη την εικόνα και τη λειτουργία ενός θεσμού που απαξιώνεται εκ των έσω.
Το χειρότερο είναι ότι δεν το αντιλαμβάνονται οι πρωταγωνιστές και υπαίτιοι αυτής της απαξίωσης, αλλά και εκείνοι που ως απλοί παρατηρητές την ανέχονται, σαν να μετέχουν – όχι σε θίασο – αλλά σε κουκλοθέατρο με μαριονέτες, δεμένοι χειροπόδαρα με σκοινιά, όπου άλλος καθορίζει τις κινήσεις τους.
Κι αν το αντιλαμβάνονται, προσπαθούν να το καμουφλάρουν με φανφάρες και τσιτάτα περί ενότητας δήθεν για το καλό της πόλης, θεωρώντας ότι απευθύνονται σε υπηκόους με μνήμη και κρίση ασπόνδυλου όντος, που δεν καταλαβαίνουν ότι όλο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από ένα θέατρο πολιτικής υποκρισίας και πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανεξαρτητοποίηση του δημοτικού συμβούλου και τέως αντιδημάρχου Τηλέμαχου Καμπούρη από την παράταξη του Αντώνη Καμπουράκη δεν ήταν απλώς μια αναμενόμενη εξέλιξη. Ήταν, κυρίως, μια πράξη πολιτικής και προσωπικής αξιοπρέπειας, που σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο: την άρνηση να ταυτιστεί με τον ευτελισμό του θεσμού.
Η πρόσφατη επίθεση που δέχθηκε από τον Αλέξανδρο Κολιάδη — μια από τις πιο εξευτελιστικές στιγμές για τη δημόσια ζωή του τόπου και όχι μόνο — δεν καταδικάστηκε ούτε από τον επικεφαλής Αντώνη Καμπουράκη ούτε από στελέχη της παράταξης της μείζονος μειοψηφίας. Αντιθέτως, συνεχίστηκε μια εικόνα «φιλικής συνύπαρξης» με τη δημοτική αρχή, σαν να μη συνέβη τίποτε.
Η στάση του Τηλέμαχου Καμπούρη είναι πρωτίστως μια αφορμή να ξαναδούμε τον ρόλο που παίζει η αξιοπρέπεια στην πολιτική ζωή. Γιατί χωρίς αυτήν, η πολιτική καταντά ένας κενός μηχανισμός εξουσίας, απογυμνωμένος από το ηθικό της περιεχόμενο.
Η πολιτική αξιοπρέπεια δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μεταφράζεται σε πράξεις: να μην υποκύπτεις σε πιέσεις, να μην σιωπάς μπροστά στην προσβολή, το ψέμα, τον ευτελισμό, τη σκοπιμότητα, να μην προδίδεις την αποστολή για την οποία σε εμπιστεύτηκαν οι πολίτες. Και η προσωπική αξιοπρέπεια είναι το θεμέλιο αυτής της στάσης. Όταν η πολιτική καταπίνει τον άνθρωπο, όταν η πολιτική σκοπιμότητα υπερισχύει της συνείδησης, τότε χάνεται το νόημα της αντιπροσώπευσης του πολίτη.
Η αξιοπρέπεια στην πολιτική δεν είναι διακοσμητική έννοια. Δεν περιορίζεται σε ευγενικές διατυπώσεις ή σε κώδικες καλής συμπεριφοράς, πολύ περισσότερο όταν αυτοί οι κώδικες υπαγορεύονται από πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες. . Είναι το δικαίωμα και ταυτόχρονα το καθήκον του αιρετού να μη συμβιβάζεται με την πολιτική υποκρισία, να μην ανέχεται τον εξευτελισμό του θεσμού, να μη σιωπά μπροστά σε ό,τι τον προσβάλλει.
Η ανεξαρτητοποίηση υπό αυτό το πρίσμα, είναι συχνά πράξη αντίστασης. Αντίστασης απέναντι στην αδράνεια, στην ανοχή, στη συνενοχή, στον ευτελισμό των θεσμών και των προσώπων που τους υπηρετούν, απέναντι στον συμβιβασμό και την πολιτική δειλία. Είναι ένας τρόπος να διατηρήσει ο πολιτικός το βασικότερο κεφάλαιο που έχει: την ηθική του υπόσταση.
Γιατί τελικά, η πολιτική αξιοπρέπεια δεν είναι ζήτημα τακτικής. Είναι ζήτημα ταυτότητας.
Η Ρόδος και κάθε τοπική κοινωνία έχει ανάγκη από συμβούλους που στέκονται όρθιοι, ακόμη κι αν βρεθούν μόνοι (και όχι σε ρόλο… παραφυάδας).
