Έχουν μια περίεργη “έφεση” στο λίγο, στο μικρό, στο εύκολο, στο γρήγορο. Που να τρέχεις τώρα με μελέτες, ωριμάνσεις, εντάξεις και διαγωνισμούς. Πιο καλά με τα μικρά και εύκολα. Μικρές παρεμβάσεις, μικροί προϋπολογισμοί, μικρές φιλοδοξίες…
Tης Ρένας Παυλάκη
Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω με τα τραγελαφικά που συμβαίνουν στον Δήμο Ρόδου, όπου έχουν φτάσει σε άλλα επίπεδα το θέατρο του παραλόγου.
Εμφανίστηκε με το γνωστό ύφος ο Α. Κολιάδης να μας πει ότι δεν έχει 56 εκατομμύρια ευρώ για τη Μεσαιωνική Πόλη. Άρα, τινάζουμε την Προγραμματική Σύμβαση στον αέρα και ησυχάσουμε. Που να ψάχνεις να βρεις λεφτά, σε τέτοιους δύσκολους καιρούς που “τα προγράμματα κλείνουν”, όπως μας είπε σε τόνο τάχα δραματικό.
Σοβαρά τώρα; Αυτό είναι το επιχείρημα; Αυτό είναι το “αφήγημα”; Αυτό είναι το “δράμα”;
Μιλάμε για 56 εκατομμύρια σε βάθος δεκαετίας. Σε δέκα χρόνια. Όχι αύριο το πρωί. Σε δέκα χρόνια!
Ας κάνουμε και τη διαίρεση, να το καταλάβουμε όλοι: περίπου πεντέμισι εκατομμύρια τον χρόνο!
Και ρωτάω λοιπόν, πολύ απλά: Αν δεν μπορείς να βρεις 56 εκατομμύρια σε δέκα χρόνια για τη Μεσαιωνική Πόλη, τότε τι τον ήθελες τον Δήμο; Για να καθίσεις στην καρέκλα και να παριστάνεις τον δήμαρχο;
Και μόνο που ο Κολιάδης εκστομίζει δημόσια τη φράση “που θα βρω 56 εκατομμύρια για τη Μεσαιωνική Πόλη”, είναι ντροπή. Ντροπή για τη Ρόδο και την ιστορία της.
Κι είναι ακόμα μεγαλύτερη ντροπή, όταν γίνονται συγκρίσεις. Όταν ένας φορέας που έχει μόνο 3-4 χρόνια ζωής, ο ΦοΔΣΑ, έφερε στο Νότιο Αιγαίο πάνω από 700 εκατ. ευρώ, είναι επαίσχυντο ο Δήμος Ρόδου με τους εκατοντάδες υπαλλήλους, με έμπειρο προσωπικό, να μην μπορεί να βρει 5,5 εκατ. ευρώ το χρόνο για τη Μεσαιωνική Πόλη!
Κι ακόμη πιο επαίσχυντο να μην προσπαθεί καν!
Ντροπή και πάλι ντροπή και καταισχύνη.
Εδώ δεν μιλάμε για μία οποιαδήποτε γειτονιά. Μιλάμε για τη Μεσαιωνική Πόλη.
Ένα από τα πιο εμβληματικά μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, ευρωπαϊκής ακτινοβολίας, ιστορίας που δεν ανήκει ούτε σε δημάρχους ούτε σε αντιδημάρχους ούτε σε… “δίδυμα” διοίκησης. Ανήκει στη Ρόδο. Ανήκει στους ανθρώπους της. Ανήκει στην ίδια την ιδέα της πόλης, ανήκει στη χώρα.
Κι όμως, κάποιοι την αντιμετωπίζουν σήμερα σαν να είναι ιδιοκτησία τους. Σαν να είναι “χωράφι τους”. Σαν να είναι “μαγαζί τους”.
Αντί να επιδοθούν σε αγώνα δρόμου για την χρηματοδότηση των έργων που περιλαμβάνει η Προγραμματική Σύμβαση, όπως θα έκανε κάθε δημοτική αρχή που έχει συναίσθηση του τί ακριβώς καλείται να διαχειριστεί, καταφεύγουν σε αυτό που ξέρουν κα κάνουν καλύτερα. Στην κλάψα, “δεν έχουμε λεφτά”, στην αμφισβήτηση της Προγραμματικής, στον καυγά που πάνε να στήσουν, ψάχνοντας πάλι για εχθρούς. Πολύ πιο εύκολο από το να καθίσεις και να δουλέψεις. Γιατί η δουλειά έχει κόπο. Έχει φακέλους. Έχει ωριμότητα. Έχει ευθύνη. Ενώ το “μηδέν” έχει μόνο θόρυβο για πολιτική κατανάλωση. Το είδαμε στο φράγμα Γαδουρά. Και τώρα, η ίδια παράσταση ανεβαίνει στη Μεσαιωνική Πόλη.
Η Ρόδος απέκτησε ξαφνικά “ειδικούς στις προγραμματικές” . Έρχεται ο ένας και λέει “δεν είναι υλοποιήσιμη” κι ο άλλος “τη μελέτησα και έχει πρόβλημα”. Ποιος σέρνει ποιον τελικά; Ο Βαγιανός τον Κολιάδη ή ο Κολιάδης τον Βαγιανό; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι ως “δίδυμο” λειτουργούν εκπληκτικά. Ό ένας κόβει, ο άλλος ράβει.
Και εκεί, μέσα σε όλο αυτό το θόρυβο, προσπαθούν να βάλουν στο κάδρο και την Περιφέρεια, γιατί – τι να κάνουμε – όταν δεν μπορείς να σταθείς στα πόδια σου, χρειάζεσαι έναν στόχο να πυροβολείς. Και για τη σημερινή δημοτική αρχή της Ρόδου, στόχος είναι πάντα ο ίδιος: η Περιφέρεια.
“Η Περιφέρεια βάζει μηδέν”, λένε. Ανοησίες.
Η Περιφέρεια δεν βάζει “μηδέν”.
Η Περιφέρεια βάζει όσα της καταθέσεις.
Αν της καταθέσεις μηδενικές μελέτες, θα σου δώσει μηδενικές χρηματοδοτήσεις.
Αν της καταθέσεις ώριμους φακέλους, θα πάρεις λεφτά. Πολλά. Όσα χρειαστούν.
Αυτός είναι ο κανόνας. Έτσι δουλεύει το σύστημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από το 2023, η Περιφέρεια έχει βγάλει πρόσκληση 14 εκατομμυρίων για ανάπλαση ιστορικού κέντρου της Ρόδου , που περιλαμβάνεται στην Προγραμματική. Έδωσε δύο παρατάσεις, κι ακόμα περιμένει τη μελέτη. Και μάλλον θα περιμένει για πολύ ακόμη…
Και εδώ θέλω να σταθώ σε κάτι που είναι απορίας άξιο, αποτιμώντας συνολικά τη διετία Κολιάδη στον Δήμο. Γιατί τέτοια δυσανεξία στα μεγάλα έργα;
Γιατί τέτοια αλλεργία και απροθυμία στο να τρέξεις και να εντάξεις κάτι σοβαρό, κάτι μεγάλο, κάτι που θα αφήσει αποτύπωμα;
Και γιατί τέτοια αδυναμία στα μικροεργάκια;
Έχουν μια περίεργη “έφεση” στο λίγο, στο μικρό, στο εύκολο, στο γρήγορο. Που να τρέχεις τώρα με μελέτες, ωριμάνσεις, εντάξεις και διαγωνισμούς. Πιο καλά με τα μικρά και εύκολα. Μικρές παρεμβάσεις, μικροί προϋπολογισμοί, μικρές φιλοδοξίες. Αλλά η Ρόδος δεν είναι μικρή. Η ευθύνη που θέλησες να αναλάβεις δεν είναι μικρή.
Με όλα αυτά, ευλόγως διαμορφώνεται στην κοινή γνώμη η πεποίθηση ότι ο Δήμος δεν λέει απλώς “δεν έχω”. Ο Δήμος λέει “δεν θέλω”.
Γιατί αν ήθελε, οι μελέτες θα έπεφταν βροχή. Υπάρχουν έμπειροι υπάλληλοι, υπάρχουν εργαλεία, υπάρχουν χρηματοδοτικά προγράμματα. Αλλά θέλει δουλειά. Θέλει βούληση. Θέλει να ξυπνήσεις το πρωί με σκοπό και όχι με φτηνές δικαιολογίες και γελοίες επινοήσεις φανταστικών εχθρών.
Και τώρα, πάω στον Αντώνη Καμπουράκη.
Έβγαλε σήμερα μια ανακοίνωση για τη Μεσαιωνική Πόλη, όπου θα περίμενε κανείς να υπερασπιστεί ένα έργο που σημάδεψε θετικά τη θητεία του. Την ιστορική υπογραφή της Προγραμματικής Σύμβασης για τη Μεσαιωνική Πόλη. Δεν το έκανε. Γιατί; ‘Οταν βλέπεις το έργο σου να ακυρώνεται στα χέρια μιας δημοτικής αρχής που ψάχνει απεγνωσμένα άλλοθι, δεν έχεις την πολυτέλεια να κάνεις τον ευγενικό. Δεν γίνεται να κάθεσαι σιωπηλός. Πρέπει να υπερασπιστείς. Και δεν εννοώ να ανεβάσεις ένταση στη φωνή, ούτε να κάνεις καμία “αντάρτικη” παράσταση για τις κάμερες. Εννοώ να σηκώσεις ένταση στην ουσία. Στην τεκμηρίωση. Στη μάχη του γεγονότος.
Γιατί εδώ και έναν χρόνο περίπου, η παράταξη Καμπουράκη δεν λέει τίποτα. Δεν υπερασπίζεται το έργο της. Σαν να μην υπήρξε. Σαν να μην υπέγραψε. Σαν να μην είχε ευθύνες, αρμοδιότητες, σχέδια, φακέλους, μελέτες, προγραμματικές. Καρικατούρα του εαυτού της μέσα στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Και ξέρεις τι γίνεται όταν δεν υπερασπίζεσαι τη δουλειά σου; Δεν “κρατάς χαμηλούς τόνους” για το καλό της Ρόδου, όπως ίσως νομίζεις.
Δίνεις άλλοθι σ’ εκείνους που δυο χρόνια τώρα οδηγούν τη Ρόδο στην υποβάθμιση.
Δίνεις άλλοθι σ’ εκείνους που τώρα θυμήθηκαν ότι “η προγραμματική έχει πρόβλημα”. Τώρα θυμήθηκαν ότι “δεν είναι υλοποιήσιμη”.
Μα φυσικά και δεν είναι υλοποιήσιμη όταν δεν θέλεις ή δεν μπορείς να την υλοποιήσεις!
Ο κύριος Καμπουράκης λοιπόν στην ανακοίνωσή του βάζει ερωτήματα. Να εξηγήσουν – λέει – Δήμος και Περιφέρεια, τι έχει κάνει ο καθένας στο πλαίσιο της Προγραμματικής. Να επισπεύσουν διαδικασίες. Να συνεργαστούν. Να λειτουργήσουν ως συνεργάτες και όχι ως αντίπαλοι.
Οι απαντήσεις έχουν δοθεί ήδη στα ερωτήματα αυτά, συνεπώς μόνο ως ρητορικά μπορώ να τα εκλάβω. Και ίσως ως ανάγκη του τέως δημάρχου να πει κάτι για την τιμή των όπλων, χωρίς να πει επί της ουσίας τίποτα.
Οι απαντήσεις λοιπόν, έχουν δοθεί: Ο Δήμος δεν έχει κάνει τίποτα. Μηδέν μέχρι σήμερα η συνεισφορά του στην Προγραμματική. Ο Δήμος δεν θέλει συνεργασία. Θέλει κρίση – άλλοθι απραξίας.
Και κάπου εδώ, ο Αντώνης Καμπουράκης χρησιμοποιεί και μία λέξη: “αλληλοκατηγορίες”, κρίνοντας και τις δύο πλευρές με τα ίδιο μέτρο. Λάθος κ. Καμπουράκη.
Όχι. Εδώ δεν έχουμε “αλληλοκατηγορίες”. Η λέξη “αλληλοκατηγορίες” σημαίνει ότι δύο πετάνε λάσπη ο ένας στον άλλο. Ότι και οι δύο κάνουν το ίδιο. Εδώ έχουμε κάτι άλλο: εδώ έχουμε επίθεση και άμυνα.
Επίθεση απρόκλητη από τον Δήμο κατά της Περιφέρειας. Και άμυνα από την Περιφέρεια που απαντάει με στοιχεία: ποιος έχει βγάλει πρόσκληση χρηματοδότησης, ποιος δίνει παρατάσεις, ποιος περιμένει μελέτες. Άμυνα και αποκατάσταση της αλήθειας, απέναντι στη συκοφαντία.
Το δις εξαμαρτείν λοιπόν, δεν είναι τυχαίο. Είναι σχέδιο. Είναι μοντέλο. Είναι “πατρόν”. Είναι στρατηγική. Και όταν πια βλέπεις ότι όλα αυτά δεν είναι συμπτώσεις, τότε αντιλαμβάνεσαι ότι δεν είναι κόντρα, είναι επίθεση και οφειλόμενη άμυνα.
Και φτάνουμε ξανά στο αρχικό ερώτημα: Αν δεν μπορούν να βρουν 56 εκατομμύρια σε δέκα χρόνια – δηλαδή πεντέμισι εκατομμύρια τον χρόνο – για τη Μεσαιωνική Πόλη, τότε τι τον ήθελαν τον Δήμο;
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για πολιτικά παιχνίδια. Μιλάμε για την καρδιά της πόλης, για τον πιο βαρύ συμβολισμό. Μιλάμε για τη Μεσαιωνική Πόλη.
Και αυτό που πάνε να κάνουν – να την μπλέξουν σε μία ακόμη κρίση για να καλύψουν τα δικά τους κενά – είναι αδιανόητο.
Αδιανόητο και επικίνδυνο.
