Η ελληνική οικονομία παραμένει ανθεκτική παρά την ενεργειακή κρίση

by newsroom
0 comment

Γράφει ο
Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος

 

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών της Τράπεζας της Ελλάδος, η ελληνική οικονομία και το 2022 προβλέπεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό από την αρχική πρόβλεψη του 4,8% του ΑΕΠ, και να περιορίζεται στο 3,8% στο βασικό σενάριο και στο 2,8% στο δυσμενέστερο σενάριο, ανάλογα με την έκταση και τη διάρκεια των αναταράξεων στις διεθνείς πληθωριστικές τιμές της ενέργειας, λόγω της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, αλλά και στις ελλείψεις βασικών καταναλωτικών αγαθών στην αλυσίδα προσφοράς δημητριακών τροφίμων και μετάλλων από την Ουκρανία, ενδυναμώνοντας έτσι, ακόμη περισσότερο, τις ήδη προϋπάρχουσες, λόγω της πανδημίας, έντονες πληθωριστικές πιέσεις. 

Τις πληθωριστικές πιέσεις, αυτή την περίοδο, τροφοδοτεί και η διολίσθηση του ευρώ έναντι του δολαρίου – που έχει υποχωρήσει από την αρχή του χρόνου κατά 12% περίπου – αυξάνοντας περαιτέρω τα εισαγόμενα προϊόντα που κοστολογούνται σε δολάρια, όπως π.χ. τα πετρελαιοειδή.

Τέλος, στις πληθωριστικές πιέσεις, συμβάλλει και η φθίνουσα εφοδιαστική αλυσίδα των προϊόντων της Κίνας, λόγω της παρατεταμένης καραντίνας που παρατηρείται στη χώρα αυτή, από την έναρξη της πανδημίας.

Επομένως, η ανισορροπία στην εφοδιαστική αλυσίδα προκαλεί πάμπολλα προβλήματα στην προσφορά, για την κάλυψη της ζήτησης, αρχικά στην ενέργεια, στη συνέχεια στα τρόφιμα, στις μεταφορές και, εν τέλει, σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες.

Ωστόσο, στον τομέα της ελληνικής οικονομίας, οι πρώτες εισπράξεις από το Ταμείο Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας ύψους 32 δισ. ευρώ για την επενδυτική περίοδο 2021-2027, άρχισαν να εισρέουν, σε συνδυασμό με τις επιβαλλόμενες από την Ευρωπαϊκή Ένωση ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, για μία ποσοτική και ποιοτική αναδιάταξη του μοντέλου ανάπτυξης.

Μεταξύ των συνεχιζόμενων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, ιδιαίτερα θετική υπήρξε η αναβάθμιση του νέου αναπτυξιακού επενδυτικού νόμου και η βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών με πολλές καινοτόμες ψηφιακές μεταρρυθμίσεις.

Ήδη, η Ελλάδα, έχει προσελκύσει επενδυτικό ενδιαφέρον, εκτός από πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες, και από μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, όπως η Microsoft, η Pfizer, η Cisco, η Deloitte, η εξαγορά της Viva Wallet απο την J.P Morgan έναντι 1,5 δισ., ευρώ, κ.ά., οι οποίες άρχισαν να υλοποιούν σημαντικές επενδύσεις.

Η χώρα μας, είναι από τα πρώτα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ολοκλήρωσε τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης του ΕΣΠΑ για την προγραμματική περίοδο 2021-2027.

Στην προγραμματική αυτή περίοδο, περιλαμβάνεται σχέδιο ανάπτυξης επενδύσεων άνω των 21 δισ. ευρώ, για τη στήριξη της οικονομικής, της κοινωνικής και της περιφερειακής συνοχής της Ελλάδος. Το ποσό αυτό των 21 δισ. ευρώ είναι ανεξάρτητο από το ποσό των 32 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας.

Το νέο αυτό Εταιρικό Σύμφωνο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ) 2021-2027, προβλέπει για τη χώρα μας τη διάθεση πόρων για την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων ύψους 26 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 21 δισ. ευρώ θα προέρχονται αποκλειστικά από το Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

Ήδη, εγκρίθηκαν τα κονδύλια για τα πρώτα αναπτυξιακά Περιφερειακά Προγράμματα του νέου ΕΣΠΑ ύψους 2,7 δισ. ευρώ, για τις Περιφέρειες Αττικής, Στερεάς Ελλάδος, Βορείου Αιγαίου και Νοτίου Αιγαίου…

Τα προγράμματα του νέου ΕΣΠΑ δίνουν προτεραιότητες στην ενίσχυση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας, στις υποδομές των Περιφερειών, στις ανθρώπινες δεξιότητες και στην ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας.

Τα έργα που προβλέπεται να χρηματοδοτηθούν από το νέο ΕΣΠΑ, θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες, καθώς και τις απαραίτητες ανάγκες της χώρας μας για τα επόμενα χρόνια και, επομένως, θα δώσουν απαντήσεις στις διαρθρωτικές υστερήσεις, που από χρόνια εκκρεμούν στις δομές των περιφερειών μας.

Στον τομέα, τώρα, των Εθνικών Λογαριασμών, το ποσοστό του Δημόσιου Χρέους ως προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ( ΑΕΠ) υπολογίζεται να υποχωρήσει κάτω από το 180% λόγω του υψηλού πληθωρισμού, ενώ το ΑΕΠ σε ονομαστικούς όρους εκτιμάται ότι θα υπερβεί τα 200 δισ. ευρώ.

Όπως γνωρίζουμε, η αναλογία του Δημόσιου Χρέους ως προς το ΑΕΠ υπολογίζεται με βάση την ονομαστική αξία του ΑΕΠ. Όσο, λοιπόν, μεγαλύτερος είναι ο πληθωρισμός, τόσο μεγαλύτερη είναι η ονομαστική αξία του ΑΕΠ.

Οι εκτιμήσεις των διεθνών αναλυτών ανεβάζουν τον μέσο πληθωρισμό στη χώρα μας γύρω στο 8%, ενώ εκτιμάται ότι η χρονιά θα κλείσει με πραγματικό ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ 4-5%, λαμβάνοντας υπόψη την πολύ καλή πορεία των επενδύσεων, των εξαγωγών και, ιδιαίτερα, του τουρισμού, που θα ξεπεράσει σε εισπράξεις τα 20 δισ. ευρώ. (Το 2019, που ήταν η καλύτερη τουριστική περίοδος οι εισπράξεις ανήλθαν στα 18,2 δισ. ευρώ)

Κατά συνέπεια, ο συνδυασμός του πληθωρισμού και της ανάπτυξης αναμένεται, όπως προαναφέραμε, να ανεβάσουν την ονομαστική αξία του ΑΕΠ άνω των 200 δισ. ευρώ.

Την τρέχουσα περίοδο, το κύριο πρόβλημα που βιώνει η Ελλάδα, όπως και οι περισσότερες χώρες της ΕΕ, είναι ο υψηλός πληθωρισμός, ο οποίος συνδέεται με την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους και λειτουργεί ως τροχοπέδη στην εγχώρια κατανάλωση, συμπιέζοντας τα πραγματικά εισοδήματα των πολιτών και ιδιαίτερα εκείνα των ευάλωτων νοικοκυριών.

Θεωρείται δεδομένο ότι, ο πληθωρισμός που βιώνει η χώρα μας, όπως και οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι εισαγόμενος, βασιζόμενος στην αύξηση της ενέργειας και, επομένως, δεν δημιουργήθηκε από τυχόν στρεβλώσεις στην εγχώρια οικονομία, η οποία συνεχίζει να λειτουργεί με αναπτυξιακούς ρυθμούς.

Ο εισαγόμενος πληθωρισμός, συνήθως, συμπιέζει τους αποπληθωριστές του ΑΕΠ, εκτός εάν μετακυλίεται – πράγμα που, δυστυχώς, συμβαίνει στη χώρα μας – στην εγχώρια οικονομία, αυξάνοντας τις τιμές των προϊόντων και, περισσότερο, των βασικών ειδών διατροφής.

Είναι αλήθεια ότι οι αιτίες της υπερβολικής αύξησης των τιμών της ενέργειας, οι οποίες μετακυλήθηκαν στα προϊόντα και ειδικότερα στα τρόφιμα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν τις αύξησε ο Putin, όπως αφήνεται να εννοηθεί, αλλά οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στις χρηματιστηριακές αγορές μεταξύ των «παικτών» από επενδυτές, με συμβόλαια του χρηματοπιστωτικού κλάδου στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων, τα οποία στην πραγματικότητα, πολλές φορές, λειτουργούν σαν καζίνο.

Οι οικονομικοί αναλυτές των διεθνών οίκων αξιολόγησης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας, φοβούνται μία κορύφωση και παρατεταμένη διάρκεια του πληθωρισμού, η οποία θα οδηγήσει τις ευρωπαϊκές χώρες σε έναν εφιαλτικό χειμώνα και σε μία περίοδο στασιμοπληθωρισμού…

Ο στασιμοπληθωρισμός, είναι η κατάσταση κατά την οποία η οικονομία δεν αναπτύσσεται ή αναπτύσσεται ελάχιστα ή ακόμη συρρικνώνεται και οδηγείται σε ύφεση, ενω, παράλληλα, εμφανίζεται υψηλός πληθωρισμός και αυξημένη ανεργία.

Επομένως, ο στασιμοπληθωρισμός συνεπάγεται προβλήματα για την οικονομία, δεδομένου ότι η αύξηση του πληθωρισμού εξασθενεί την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, με αποτέλεσμα η ασθενέστερη ζήτηση των προϊόντων να εξαντλεί τα κέρδη των επιχειρήσεων και κυρίως των μικρομεσαίων, και αυτή (η μειωμένη ζήτηση) με τη σειρά της να οδηγεί σε κλείσιμο καταστημάτων και σε απολύσεις, αυξάνοντας έτσι την ανεργία.

Ακόμη και η οικονομία της Γερμανίας που αποτελεί την «ατμομηχανή» της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχεται τα ισχυρότερα πλήγματα από την ενεργειακή κρίση και ενδέχεται να εμφανίσει σημαντική συρρίκνωση, η οποία δεν θα αφήσει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Ανακεφαλαιώνοντας, όσον αφορά την Εθνική μας Οικονομία, τα 32 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που θα εισρεύσουν στη χώρα μας μεταξύ του 2021-2027, συν τα 13 δισ. ευρώ των ιδιωτικών κεφαλαίων που θα εισρεύσουν από τη συγχρηματοδότηση των έργων, όπου οι συμμετέχοντες επιχειρηματίες θα συμπράξουν με το 50% της επενδυτικής τους δαπάνης, συν τα 26 δισ. ευρώ που θα απορροφηθούν από τις περιφέρειες της χώρας με τους πόρους του ΕΣΠΑ, συν τα 19,3 δισ. ευρώ που θα δοθούν στον Πρωτογενή (αγροτικό τομέα) στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), θα υπερβούν το «επενδυτικό κενό» των 100 δισ. ευρώ των χρόνων της οικονομικής κρίσης και θα μας οδηγήσουν σε μία βιώσιμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Τα ποσά αυτά, με τις πολλαπλασιαστικές τους δυνατότητες, εφόσον αξιοποιηθούν σωστά και αποτελεσματικά, με βάση το μεταρρυθμιστικό σχέδιο ανάπτυξης της ΕΕ, μπορεί να οδηγήσουν στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών και στην άμβλυνση των ανισοτήτων, με την προϋπόθεση ότι θα υφίσταται δημοσιονομικός χώρος, δηλαδή, ότι τα φορολογικά έσοδα και τα λοιπά κρατικά έσοδα του Προϋπολογισμού θα καλύπτουν τις κρατικές δαπάνες.

Τελικά, μόνο μια ισχυρή αναπτυξιακή, διαχρονικά, πορεία της χώρας που θα βασίζεται σε παραγωγικές επενδύσεις, είναι ικανή να οδηγήσει στη μεταφορά πόρων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, και να συμβάλλει στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, και στην καταπολέμηση της φτώχειας.

Διαβάστε ακόμα

Leave a Comment

 Επικοινωνία: info@protiekdosi.news