Η βλακεία δεν είναι ανίκητη – γιατί δεν είναι έμφυτη, είναι καλλιεργήσιμη. Να σταματήσουμε να ανεχόμαστε «το τίποτα με ύφος». Ας ξαναδώσουμε αξία στο να ξέρει κανείς τι λέει, όχι απλώς στο να λέει κάτι.
Της Ρένας Παυλάκη
Αυτές τις μέρες ξαναδιάβασα ένα βιβλίο που εδώ και χρόνια βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου. Ο τίτλος του πάντα με έκανε να χαμογελώ, κάπως πικρά: «Όχι άλλοι βλάκες στην εξουσία» του Μίχαελ Σμιτ-Σάλομον. Θυμάμαι την πρώτη φορά που το είχα διαβάσει. Με είχε συνεπάρει ο σαρκασμός του, η ωμή του ματιά στην πολιτική ζωή, η αίσθηση ότι μιλούσε για κάτι πολύ πιο κοντινό απ’ όσο τότε μπορούσα να διακρίνω.
«Η μεγαλύτερη απειλή για την ανθρωπότητα δεν είναι ούτε οι σεισμοί ούτε τα τσουνάμι, ούτε οι ασυνείδητοι πολιτικοί, οι άπληστοι μάνατζερ ή οι σκοτεινοί συνωμότες, αλλά ένα φαινόμενο ιδιόρρυθμο και παγκόσμιο, ένα φαινόμενο που ξεπερνάει κάθε γνωστό όριο: η απροσμέτρητη ΒΛΑΚΕΙΑ! Κι όποιος δεν το πιστεύει, έχει ήδη μολυνθεί απ’ αυτήν» γράφει στον πρόλογό του.
Το τελευταίο διάστημα, είχα πολλά εναύσματα για να ανατρέξω και πάλι στις σελίδες του. Με τα σημερινά δεδομένα, το διάβασα αλλιώς. Όχι πια σαν φαρσική υπερβολή, αλλά σχεδόν σαν ρεαλιστικό χρονικό της επικαιρότητας.
Η ανοησία στην εξουσία και γενικώς στη δημόσια σφαίρα δεν είναι πια ένα ατύχημα. Τείνει να γίνει καθεστώς. Η πολιτική σκηνή μετατρέπεται ταχύτατα στο πεδίο όπου η μετριότητα γίνεται προσόν, η δηθενιά εκλαμβάνεται ως επικοινωνία, και η ρηχότητα προβάλλεται ως αμεσότητα, προς τον πολίτη. Οι αδαείς περιφέρουν με θράσος την άγνοιά τους και επαίρονται ότι μιλάνε τη γλώσσα του απλού πολίτη!
Ο Σμιτ-Σάλομον, με κυνισμό και χιούμορ, γράφει μια σαρκαστική πραγματεία για τον εκδημοκρατισμό της ανοησίας: για το πώς η βλακεία έγινε θεσμός και εργαλείο εξουσίας στα χέρια ορισμένων. Περιγράφει έναν κόσμο όπου ο ανόητος, όχι μόνο δεν είναι μια ατυχής επιλογή, αντιθέτως, είναι προϊόν προς κατανάλωση. Αντιπροσωπεύει ένα κοινό που δεν αντέχει το σύνθετο, που φοβάται τη σκέψη, που θέλει να ταυτιστεί με κάποιον «δικό του», στα μέτρα του, όχι με κάποιον ικανό.
Η βλακεία στη δημόσια σφαίρα – όπως παρατηρεί ο συγγραφέας – δεν είναι ακίνδυνη. Ξεκινά από μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά αν μείνει αναπάντητη, απλώνεται σαν επιδημία. Δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου όποιος σκέφτεται αποκλείεται, και όποιος απλώς επιβιώνει με εξυπνακισμούς, επιβραβεύεται.
«Η ανικανότητα δεν είναι πια μειονέκτημα, είναι πολιτικό κεφάλαιο. Ο ηγέτης δεν χρειάζεται να ξέρει – πρέπει να μοιάζει με τον ψηφοφόρο του. Αν είναι αδαής, ακόμα καλύτερα. Γίνεται ‘αληθινός’» γράψει ο Σμιτ – Σάλομον.

Κι εδώ έρχονται τα social media να προσφέρουν το τέλειο σκηνικό. Ο συγγραφέας ξεκινά από τη θέση ότι:
«η αποκαλούμενη υψηλή μας κουλτούρα έχει οδηγήσει σε δυσθεώρητα ύψη όχι μόνο το τεχνολογικό δυναμικό της ανθρωπότητας αλλά και την ανθρώπινη βλακεία. Και αυτό ακριβώς κάνει τη σημερινή κατάσταση του κόσμου τόσο ασυνήθιστα επικίνδυνη: όταν η υψηλή τεχνολογία συναντιέται με την υψηλή ηλιθιότητα, οι συνέπειες είναι κατά κανόνα καταστροφικές!»
Με άλλα λόγια, η ανοησία που άλλοτε ντρεπόταν να εμφανιστεί δημόσια, τώρα έχει αλγόριθμους που τη γιγαντώνουν. Οι πιο θορυβώδεις, όχι οι πιο σοφοί, ορίζουν την ατζέντα. Όσοι μιλούν λιγότερο, χάνονται στο scroll. Κάθε σοβαρή σκέψη λοιδορείται ως «περίπλοκη», κάθε τεκμηριωμένος λόγος καταγγέλλεται ως «στημένος». Κάθε απόπειρα πολιτικού αναστοχασμού βυθίζεται στον βόρβορο των hashtags και των trends.
Η πιο τρομακτική διαπίστωση του Σμιτ – Σάλομον είναι ότι η ανοησία δεν είναι απλώς θόρυβος. Είναι μηχανισμός εξουσίας και στρατηγική επικοινωνίας. Και όσοι την καταγγέλλουν, συχνά μένουν εκτός παιγνιδιού – πολύ «σοβαροί», πολύ «τεχνικοί», πολύ «λίγοι» για τον καταιγισμό του θορύβου. Η υπεραπλούστευση γίνεται εργαλείο χειραγώγησης, η αντισυστημική ρητορική κρύβει βαθιά συστημικούς στόχους, και οι influencers της πολιτικής μας ζωής καταλήγουν συχνά πιο επικίνδυνοι από τους παλιούς «τεχνοκράτες».
Το αποτέλεσμα είναι ένας δημόσιος διάλογος βραχυκυκλωμένος από θρασύτητα, αμάθεια και ιδεολογικά junk, όπου δεν συζητούμε πια για ιδέες, δεν μας νοιάζει η αλήθεια.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο σε όσους μιλούν. Είναι και σε όσους ακούν χωρίς να απαιτούν τη σοβαρότητα, τον σεβασμό και την αλήθεια. Όσους βλέπουν και δεν αντιδρούν. Όσους κλείνουν τα μάτια, γιατί «δεν είναι ώρα για κριτική» ή γιατί «δεν είναι όλοι τέλειοι».
Δεν προτείνω ιδανικούς ηγέτες, αν υπάρχει αυτό είδος. Είναι όμως κρίσιμης σημασίας να σταματήσουμε να ανεχόμαστε «το τίποτα με ύφος». Ας ξαναδώσουμε αξία στο να ξέρει κανείς τι λέει, όχι απλώς στο να λέει κάτι.
Το βιβλίο του Σμιτ-Σάλομον δεν είναι πολιτικό μανιφέστο. Είναι καθρέφτης. Και σήμερα, σε μια πολιτική πραγματικότητα που συχνά παραδίδεται στον θόρυβο της ευκολίας, η ανάγνωση αυτού του καθρέφτη είναι πολιτική πράξη αντίστασης. Ίσως ήρθε η ώρα να τον κοιτάξουμε στα μάτια, καθώς οι καταστάσεις που το φαινόμενο εκτραχύνεται είναι όλο και περισσότερες.
Η αντίσταση στη βλακεία δεν είναι πολυτέλεια διανοουμένων. Είναι ευθύνη όλων μας. Όχι για να φανούμε καλύτεροι, αλλά για να μην παραδώσουμε το δημόσιο χώρο στο θόρυβο και την ασυναρτησία
Η βλακεία δεν είναι ανίκητη – γιατί δεν είναι έμφυτη, είναι καλλιεργήσιμη. Ανθίζει όπου λείπει η παιδεία, η σκέψη, η απαιτητικότητα. Περιορίζεται, όπου οι πολίτες δεν χαρίζουν τη σκέψη τους, αλλά τη διεκδικούν. Κανένα σύστημα εξουσίας, κεντρικό ή τοπικό, όσο πρόθυμο κι αν είναι να τη χρησιμοποιήσει, δεν μπορεί να την επιβάλει εκεί όπου υπάρχει κρίση και εγρήγορση. Η ιστορία δεν γράφεται από τους πονηρούς βλάκες που βρέθηκαν σε κάποιες θέσεις. Γράφεται από εκείνους που αρνήθηκαν να τους χειροκροτήσουν.