Η εκκεντρική περσόνα, η μεγάλη ευαισθησία, η ζωή του, τα media και εκείνος ο ακούσιος εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο και η πληγωτική υπόθεση ενός νεαρού.
Γράφει η Αλεξάνδρα Τσόλκα
Μπορεί να λυπόμαστε για τον χαμό ενός μεγάλου μακρινού σταρ όπως η Ντόλι Πάρτον ή ο Ντέιβιντ Μπόουι για παράδειγμα. Ή ίσως στενοχωριόμαστε λίγο για το τέλος κάποιου εγχώριου αγαπημένου καλλιτέχνη, που έφυγε σε πλήρη δόξα στην άκρη μιας μεγάλης ζωής. Πόσο όμως, μας αφήνει με την αίσθηση του απότομου, του άγρια βίαιου και του ασύλληπτα ημιτελούς, το τέλος, η οριστικότητα του ποτέ πια, η απολυτότητα της απουσίας ενός ανθρώπου οικείου, με την αίσθηση του «δικού μας», του κοντινού μας, του τόσο νέου και πυροτεχνηματικά ζωηρού.
Το «πέθανε ο Μαζωνάκης» μας βρήκε ανύποπτους, ειλικρινά ανυποψίαστους και για μια απ τις ελάχιστες φορές αθώους στην παντoγνωσία της όποιας προφητείας μας στα social media. Φυσικά και βρυχήθηκε η ψηφιακή αγέλη! «Τον φάγανε οι δικοί του» ή «οι δημοσιογράφοι με αυτά που γράφανε» και βρισιές, για τους δικούς του, τους δημοσιογράφους, ή και όλους τους άλλους εκτός απ’ αυτόν που κάνει το ποστ! «Φαγώθηκε από τις καταχρήσεις του» και καλυμμένα «ας πρόσεχε»! Και οι βιαστικές περιαυτολογικές αναρτήσεις, με φωτογραφίες μαζί του, ή αναφορές στο πόσο τους εκτιμούσε και οι πολιτικοί που θυμούνται τα λαϊκά προάστια της καταγωγής του!
Δεν βαριέστε! Ο Γιώργος Μαζωνάκης είναι πια πέρα και ίσως πάνω, απ’ όλα αυτά! Έτσι όπως τον κρατούσε το κοινό, που πότε δεν ακολούθησε φήμες, μαρτυρίες, κατηγορίες εις βάρος του.
Γιατί υπήρξε δικός τους, βάδισε στους ίδιους δρόμους αυτής της πόλης, στερήθηκε τα ίδια, γέλασε και χόρεψε και ερωτεύτηκε στα ίδια μέρη και με τους ίδιους πόθους και τους χάρισε τραγούδια για κέφια, μελαγχολίες, καψούρες, χωρισμούς, μελαγχολίες, παλιές γειτονιές και νοσταλγίες…


