Η Στεφανία Στάγκα έχει επισημαίνει με συνέπεια την ανάγκη για έγκυρη νομική υποστήριξη στις αποφάσεις του Δήμου Ρόδου, ασκώντας έντονη κριτική στη διοίκηση του Αλέξανδρου Κολιάδη. Σύμφωνα με δημόσιες τοποθετήσεις και τη στάση που οδήγησε στην ανεξαρτητοποίησή της, η παράκαμψη των θεσμικών γνωμοδοτήσεων εκθέτει τον Δήμο σε σοβαρούς κινδύνους και υποβαθμίζει τη διαφάνεια των διαδικασιών.
Υπάρχουν δύο τρόποι για να διοικήσεις έναν μεγάλο Δήμο: ο πρώτος είναι ο εύκολος, της επικοινωνίας και των βιαστικών αποφάσεων για την παραγωγή πρόσκαιρων εντυπώσεων. Ο δεύτερος είναι ο δύσκολος, της θεσμικής σοβαρότητας, της διαφάνειας και της απόλυτης νομικής θωράκισης. Στο Δημοτικό Συμβούλιο Ρόδου, η Στεφανία Στάγκα επέλεξε συνειδητά τον δεύτερο δρόμο, δείχνοντας στην πράξη τι σημαίνει να τιμάς την ψήφο των συνδημοτών σου με αίσθημα ευθύνης.
Η πάγια θέση της να υπάρχει έγκυρη και έγγραφη γνωμοδότηση νομικού συμβούλου για κάθε κρίσιμο θέμα που έρχεται προς ψήφιση, αποτελεί μια φωνή λογικής μέσα σε ένα περιβάλλον που δείχνει να προτιμά την ταχύτητα από τη νομιμότητα. Όταν η Στάγκα προειδοποιούσε για τους κινδύνους και ζητούσε θεσμικά αντίβαρα, η δημοτική αρχή του Αλέξανδρου Κολιάδη επέλεγε να σφυρίζει αδιάφορα. Τα κυρίως θέματα των συνεδριάσεων –αποφάσεις που δεσμεύουν το νησί, την περιουσία του και τους πόρους του για χρόνια– καταλήγουν συχνά να «ξεπετιούνται» με προχειρότητα, στερούμενα της απαραίτητης υπογραφής και του ελέγχου της Νομικής Υπηρεσίας.
Αυτή η πρακτική της διοίκησης δεν είναι μια απλή διαδικαστική παράλειψη· είναι ένα σοβαρό θεσμικό ατόπημα που εκθέτει τον Δήμο σε ακυρώσεις αποφάσεων και μελλοντικές δικαστικές περιπέτειες. Οι δημοτικοί σύμβουλοι δεν είναι νομικοί εμπειρογνώμονες για να μαντεύουν τις παγίδες πολύπλοκων συμβάσεων ή τεχνικών μελετών. Έχουν δικαίωμα και καθήκον να ψηφίζουν έχοντας στα χέρια τους πλήρεις, διαφανείς και νομικά ελεγμένους φακέλους. Η συστηματική υποβάθμιση του ρόλου του νομικού συμβούλου αποτελεί ευθεία υποτίμηση του ίδιου του κορυφαίου συλλογικού οργάνου του νησιού.
Η ηχηρή απόφαση της Στεφανίας Στάγκα να διαφοροποιηθεί και να ανεξαρτητοποιηθεί αποτελεί τη φυσική κατάληξη μιας πολιτικής πορείας που αρνείται να συμβιβαστεί με την έκπτωση των αρχών της. Αρνήθηκε να γίνει χειροκροτητής μιας πλειοψηφίας που διολισθαίνει σε πρακτικές αντίθετες με τις υποσχέσεις για χρηστή διοίκηση.
Με τη στάση της απέδειξε ότι το καθήκον απέναντι στους πολίτες της Ρόδου και η τήρηση του νόμου μπαίνουν πάνω από καρέκλες, αξιώματα και παραταξιακές σκοπιμότητες. Σε ένα πολιτικό σκηνικό όπου η συνέπεια σπανίζει, η στάση της αποτελεί υπενθύμιση ότι το μέλλον της Ρόδου δεν μπορεί να αφήνεται σε «λευκές επιταγές».
