Συγχαρητήρια στους τιτάνες της ελληνικής showbiz και τις εταιρείες παραγωγής. Κατάφεραν το ακατόρθωτο: να μετατρέψουν το ΟΑΚΑ σε ένα ζωντανό πείραμα κοινωνικής αντοχής και να δώσουν νέο, βαθύ νόημα στον όρο «VIP εμπειρία». Γιατί, κακά τα ψέματα, ποιος θέλει να δει την Άννα Βίσση από την πρώτη γραμμή, όταν μπορεί να ζήσει το απόλυτο, εναλλακτικό event: να πληρώσει εισιτήριο για να ακούει τα hits από τα μεγάφωνα, εγκλωβισμένος στη βροχή έξω από τα κάγκελα;

Η στρατηγική της διοργάνωσης ήταν απλώς ιδιοφυής. Πουλάνε εισιτήρια χωρίς αύριο, γεμίζουν το στάδιο, γεμίζουν την αρένα, γεμίζουν τις τσέπες και, όταν η χωρητικότητα θυμίζει πλέον λεωφορείο του ΟΑΣΘ σε ώρα αιχμής, εφαρμόζουν την κορυφαία μέθοδο ασφαλείας: «Κλείστε τις πόρτες και όποιος πρόλαβε, τον Κύριο είδε». Είναι πραγματικά συγκινητικό το πώς σκέφτηκαν την ασφάλεια του κοινού — αφού αν έμπαιναν και οι υπόλοιποι χιλιάδες που είχαν πληρώσει, ίσως να μην είχαν χώρο να χορέψουν. Το ότι οι απέξω πλήρωσαν για να φωνάζουν ρυθμικά «αίσχος» αντί για το «Δώδεκα», θεωρείται απλώς διαδραστικό performance art.
Φυσικά, το highlight της βραδιάς ήταν το εφέ της φυσικής βροχής, το οποίο συνδυάστηκε άψογα με το «αποκλειστικό» προνόμιο της ανύπαρκτης ορατότητας. Όσοι, μάλιστα, κατάφεραν να μπουν μετά από ώρες αναμονής, είχαν την τύχη να απολαύσουν μια μινιμαλιστική προσέγγιση της διοργάνωσης, όπου η σκηνή ήταν ένα μακρινό, απροσέγγιστο όνειρο.
Ένα μεγάλο «εύγε» στους υπεύθυνους που απέδειξαν ότι το management στην Ελλάδα δεν χρειάζεται πλάνο, logistics ή σεβασμό στον καταναλωτή. Χρειάζεται απλώς θράσος και την ελπίδα ότι το κοινό θα ξεχάσει τα πάντα μέχρι το επόμενο «μεγάλο μουσικό γεγονός της χρονιάς».

