Η δημόσια τοποθέτηση του δημοσιογράφου Λοΐζου για την υπόθεση του Ακραμύτη συνιστά μια εξαιρετικά προβληματική παρέμβαση που προκαλεί εύλογα ερωτήματα σε κάθε πολίτη που εξακολουθεί να πιστεύει ότι σε αυτή τη χώρα υπάρχουν ακόμη νόμοι, θεσμοί και συνταγματικά όρια.
Διότι σε μια υπόθεση όπου:
• έχει κατατεθεί επίσημη καταγγελία στην Εισαγγελία,
• έχουν πραγματοποιηθεί αυτοψίες και έχουν διαβιβαστεί εκτενείς αναφορές αρμόδιων υπηρεσιών,
• υπάρχει ενεργή εμπλοκή της Διεύθυνσης Δασών,
• και ελέγχονται επεμβάσεις εντός προστατευόμενης περιοχής Natura και Μόνιμου Καταφυγίου Άγριας Ζωής,
ένας δημοσιογράφος όφειλε να κάνει το αυτονόητο:
να ερευνήσει, να αμφισβητήσει, να αναζητήσει έγγραφα, υπογραφές, εντολές και ευθύνες.
Αντί γι’ αυτό, επιλέχθηκε μια δημόσια ρητορική η οποία ουσιαστικά επιχειρεί να πείσει την κοινωνία ότι όταν κάποιος επικαλείται έναν “καλό σκοπό”, τότε η νομιμότητα, οι άδειες, οι περιβαλλοντικές εγγυήσεις και το ίδιο το Σύνταγμα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ενοχλητικές λεπτομέρειες.
Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία.
Είναι επικίνδυνη κανονικοποίηση της αυθαιρεσίας.
Διότι τα ερωτήματα που κάθε σοβαρός δημοσιογράφος θα έπρεπε ήδη να έχει θέσει παραμένουν αμείλικτα:
-
Ποιος έδωσε την εντολή εμπλοκής στρατιωτικών μηχανημάτων στον Ακραμύτη;
-
Υπήρξε επίσημη έγκριση από το Γενικό Επιτελείο Στρατού ή κάποιοι αποφάσισαν μόνοι τους;
-
Υπάρχουν στρατιωτικές διαταγές, αιτήματα Πολιτικής Προστασίας ή έγγραφα μετακίνησης μηχανημάτων;
-
Ποιος υπέγραψε;
-
Με ποια αδειοδότηση έγιναν οι παράνομες επεμβάσεις;
-
Ποιος έκρινε ότι επιτρέπεται τέτοια επέμβαση μέσα σε προστατευόμενη περιοχή Natura και Μόνιμο Καταφύγιο Άγριας Ζωής;
-
Πού βρίσκονται οι εγκρίσεις, οι μελέτες και οι διοικητικές πράξεις;
Αντί όμως να αναζητηθούν απαντήσεις, επιχειρείται η ηθική νομιμοποίηση πράξεων που ήδη αποτελούν αντικείμενο ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές.
Και εδώ βρίσκεται το πιο επικίνδυνο σημείο:
αν αποδεχτούμε ότι ένας “καλός σκοπός” αρκεί για να παρακάμπτονται νόμοι και διαδικασίες, τότε καταρρέει κάθε έννοια κράτους δικαίου.
Με την ίδια ακριβώς λογική, ούτε οι εταιρείες εγκατάστασης ανεμογεννητριών θα έπρεπε να χρειάζονται άδειες, περιβαλλοντικές μελέτες ή εγκρίσεις, αφού και αυτές επικαλούνται έναν “καλό σκοπό”:
την πράσινη ανάπτυξη και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Ας καταργηθούν λοιπόν όλα:
• οι αδειοδοτήσεις,
• οι περιβαλλοντικοί όροι,
• οι δασικές εγκρίσεις,
• οι έλεγχοι,
• το Σύνταγμα.
Ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει μέσα σε προστατευόμενες περιοχές, αρκεί να συνοδεύει την αυθαιρεσία του με ένα επικοινωνιακά βολικό αφήγημα περί “δημοσίου καλού”.
Αυτό ακριβώς είναι το μήνυμα που εκπέμπεται:
ότι όταν υπάρχει πολιτική ή διοικητική κάλυψη, η νομιμότητα μπορεί να παραμερίζεται και οι νόμοι να εφαρμόζονται επιλεκτικά.
Και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.
Διότι η ιστορία αυτού του τόπου δεν καταστράφηκε ποτέ από πολίτες που ζητούσαν εφαρμογή του νόμου.
Καταστράφηκε από τη νοοτροπία:
«δεν πειράζει»,
«για καλό έγινε»,
«ας κάνουμε μια εξαίρεση»,
«μην ψάχνουμε τώρα άδειες και διαδικασίες».
Από αυτή ακριβώς τη νοοτροπία γεννήθηκαν:
• οι αυθαιρεσίες,
• η ατιμωρησία,
• η διοικητική ασυδοσία,
• η περιβαλλοντική καταστροφή,
• και η βαθιά απαξίωση των θεσμών.
Η δημοσιογραφία δεν υπάρχει για να λειτουργεί ως επικοινωνιακό πλυντήριο παρανομιών ούτε ως μηχανισμός ηθικής αποφόρτισης ευθυνών.
Υπάρχει για να ελέγχει την εξουσία.
Να απαιτεί έγγραφα.
Να ψάχνει υπογραφές.
Να αναδεικνύει ευθύνες.
Να ενοχλεί.
Όταν όμως ένας δημοσιογράφος επιλέγει να μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από τη νομιμότητα στις “καλές προθέσεις”, τότε αντικειμενικά συμβάλλει στην κανονικοποίηση της αντίληψης ότι ο νόμος είναι κάτι σχετικό και διαπραγματεύσιμο.
Και αυτό δεν είναι απλώς δημοσιογραφικά προβληματικό.
Είναι θεσμικά επικίνδυνο.
Οι πολίτες που ανέδειξαν την υπόθεση του Ακραμύτη δεν ζήτησαν προνομιακή μεταχείριση.
Δεν ζήτησαν πολιτικές χάρες.
Δεν ζήτησαν “ειδικούς κανόνες”.
Ζήτησαν το ελάχιστο που οφείλει να εγγυάται μια δημοκρατία:
να ισχύει ο νόμος για όλους.
Και αν αυτό ενοχλεί, τότε το πρόβλημα δεν βρίσκεται στους πολίτες που απαιτούν νομιμότητα, αλλά σε όσους έχουν μάθει να θεωρούν τη νομιμότητα εμπόδιο που παρακάμπτεται όποτε δεν τους βολεύει.


