Πίσω από τις 19 συμβάσεις των 58,3 εκατ. ευρώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο πολιτικό και οικονομικό ζήτημα – ερώτημα για τις διαδικασίες ανάθεσης έργων και υπηρεσιών και ποιο είναι το κόστος αυτής της επιλογής για τη Ρόδο;
Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Real Voice για τις 19 συμβάσεις του Δήμου Ρόδου, της ΔΕΥΑΡ και της ΔΕΡΜ ΑΕ προκάλεσε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Δικαιολογημένα. Το συνολικό οικονομικό αντικείμενο, τουλάχιστον 58,3 εκατομμυρίων ευρώ, και η συσσώρευση ακυρώσεων, κωλυμάτων υπογραφής και άλλων εμπλοκών από τις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές της Πολιτείας, είναι προφανές ότι γεννούν ερωτήματα στους δημότες για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η διοίκηση στον Δήμο Ρόδου και τα Νομικά του Πρόσωπα και για το πώς γίνεται η διαχείριση του δημοσίου χρήματος.
Της Ρένας Παυλάκη
Το ρεπορτάζ ενόχλησε και τη Δημοτική Αρχή Κολιάδη , η οποία αντέδρασε σπασμωδικά, με τον ίδιο αμήχανο τρόπο που αντιδρά κάθε φορά που στριμώχνεται, κάθε φορά που εκτίθεται, αλλά δεν έχει δυνατότητα διάψευσης. Και το ξέρει. Το χειρότερο γι’ αυτήν είναι ότι το ξέρει. Στην προσπάθεια δε επικοινωνιακής διαφυγής της, οδηγείται σε ακρότητες που μόνο φαιδρές μπορούν να χαρακτηριστούν.
Οι λίστες που δημοσίευσε ο RV, με στοιχεία που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, αφού αντλήθηκαν από επίσημες πλατφόρμες, αναδεικνύουν ένα μοντέλο διοίκησης που έχει παραμέτρους πολιτικές —είναι προφανές ότι πρόκειται για σαφή πολιτική επιλογή—, διοικητικές, νομικές και, φυσικά, οικονομικές.
Η επανάληψη ακυρώνει το τυχαίο
Το πολιτικό ζήτημα βρίσκεται στη συσσώρευση και στην επανάληψη. Πόσες φορές μπορεί μια διοίκηση να προσκρούει στους ελέγχους, να επιστρέφει στην αφετηρία και να ζητά από την κοινωνία να θεωρήσει ότι όλα αυτά αποτελούν τη φυσιολογική πορεία των πραγμάτων; Δεκαεννέα φορές είναι μάλλον πολλές. Αν και ο Θανάσης Μπαράκας δήλωσε στο «Πρωινό Xpress» ότι υπάρχουν κι άλλες περιπτώσεις που δεν καλύφθηκαν από το ρεπορτάζ, όπως αυτή της ΔΕΡΜ ΑΕ με το πάρκινγκ της Λίνδου.
Πώς έχει την απαίτηση η Δημοτική Αρχή όλα αυτά να διαφύγουν της προσοχής της δημοσιογραφικής έρευνας;
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των 19 περιπτώσεων είναι η επιλογή της διαδικασίας ανάθεσης. Με το πρόσχημα του κατεπείγοντος, ο ανοιχτός διαγωνισμός δεν βρίσκεται στο οπτικό πεδίο της Δημοτικής Αρχής ως αναθέτουσας αρχής.
Ο γνωστός δικηγόρος Χριστόδουλος Μαλιαράκης, μιλώντας στο «Πρωινό Xpress» με τη νομική του ιδιότητα, στάθηκε ιδιαίτερα στην προσπάθεια αποφυγής των ανοιχτών διαγωνισμών, με τη χαρακτηριστική φράση: «Αυτό λέει πολλά, αυτό τα λέει όλα».
Πιο σαφής ο Στέργος Στάγκας, καλός γνώστης της λειτουργίας της Αυτοδιοίκησης, δήλωσε απερίφραστα στην ίδια εκπομπή ότι επιδίωξη της Δημοτικής Αρχής είναι να αποφύγει τους ελέγχους νομιμότητας που συνεπάγεται ένας ανοιχτός διαγωνισμός. Είπε, δε, χαρακτηριστικά ότι περιμένουν πότε θα βρέξει για να χρησιμοποιήσουν το καιρικό φαινόμενο ως αιτιολογία, να δικαιολογήσουν έργα ως κατεπείγοντα και να ακολουθήσουν πάλι την ίδια διαδικασία.
Τι σημαίνει, όμως, ανοιχτός διαγωνισμός;
Ο ανοιχτός διαγωνισμός έχει ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό. Το αποτέλεσμά του δεν ελέγχεται από την αναθέτουσα αρχή. Παίρνει μέρος όποιος θέλει και θεωρεί ότι πληροί τις προδιαγραφές και το έργο καταλήγει σε εκείνον που θα υποβάλει την πλέον άρτια και συμφέρουσα τεχνική και οικονομική προσφορά.
Στους φακέλους που αποκάλυψε το ρεπορτάζ του RV, όμως, η εξαίρεση από αυτήν τη διαδικασία επανέρχεται με τέτοια συχνότητα, ώστε να αποκτά χαρακτηριστικά συνειδητής πρακτικής και ο πολίτης να οδηγείται σε συμπέρασμα μέσα από τα ίδια τα δεδομένα:
- γνωστές ανάγκες αφήνονται, λόγω αδράνειας, να μετατραπούν σε «κατεπείγουσες»,
- περιορίζεται ο ανταγωνισμός,
- εμφανίζεται συχνά μία μοναδική προσφορά,
- οι τιμές προσεγγίζουν τον προϋπολογισμό,
- οι ελεγκτές εντοπίζουν ξανά τις ίδιες πλημμέλειες,
- έργα και υπηρεσίες επιστρέφουν στο μηδέν.
Η «καραμέλα» της BORA
Στις υποθέσεις της έρευνας επανέρχεται ένα συγκεκριμένο μοτίβο, γνωστές ανάγκες, απουσία προγραμματισμού και σχεδιασμού, καθυστερημένη προετοιμασία και επιδείνωση των προβλημάτων και, στη συνέχεια, επίκληση έκτακτων συνθηκών για την επιλογή και αιτιολόγηση εξαιρετικών διαδικασιών. Η BORA χρησιμοποιήθηκε επανειλημμένως ως αιτιολογία, ακόμη και μήνες μετά τη θεομηνία, προκειμένου πάγιες υποχρεώσεις να εμφανιστούν ως απρόβλεπτες και κατεπείγουσες.
Η μεγάλη χρονική απόσταση από τα γεγονότα και η δυνατότητα έγκαιρης προετοιμασίας αποτέλεσαν κρίσιμα σημεία των παρατηρήσεων των ελεγκτικών αρχών.
Όταν αφήνεις τον χρόνο να περνά και, στο τέλος, επικαλείσαι την πίεση του χρόνου, έχεις την απαίτηση από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς να το παραβλέψουν, ενώ ο νόμος είναι σαφής.
Το παράδοξο είναι ότι η επίκληση της ταχύτητας μπορεί τελικά να παράγει μεγαλύτερη καθυστέρηση. Μετά από αλλεπάλληλες τέτοιες εμπλοκές, η επιμονή στον ίδιο τρόπο διοίκησης αποτελεί πολιτική επιλογή, για την οποία η Δημοτική Αρχή οφείλει εξηγήσεις.
Το «μάρμαρο» πληρώνει ο δημότης
Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, αφορά τον λογαριασμό που αφήνουν αυτές οι επιλογές στην τοπική κοινωνία.
Πόσο κοστίζει στους Ροδίτες η επαναλαμβανόμενη προσφυγή σε εξαιρετικές διαδικασίες; Τι στερείται ο τόπος όταν περιορίζεται ο ανταγωνισμός;
Πόσα χρήματα θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν εάν ο Δήμος επιδίωκε συστηματικά τον ευρύτερο δυνατό ανταγωνισμό;
Ενδεικτικά και μόνο, μια έκπτωση 10% στο σύνολο των 58 εκατ ευρώ, είναι 5,8 εκατ. ευρώ, σε ένα Δήμο που παρουσιάζει Τεχνικό Πρόγραμμα 8 – 9 εκατ. ευρώ!!!
Πόσα περισσότερα θα μπορούσε να κάνει για τους πολίτες ένας Δήμος που διαρκώς επικαλείται ότι δεν έχει χρήματα, εάν διεκδικούσε, μέσα από ανοιχτούς διαγωνισμούς, μεγαλύτερες εκπτώσεις και καλύτερους οικονομικούς όρους;
Πόσο δικαιούται μια Δημοτική Αρχή να επικαλείται έλλειψη χρημάτων, ακόμη και για μια παιδική χαρά, όταν οι επιλογές της περιορίζουν τον ανταγωνισμό και καθυστερούν έργα που έχει ανάγκη η κοινωνία;

