Η ατελείωτη «σαπουνόπερα» γύρω από το μουσικό διαζύγιο της Άννας Βίσση και του Νίκου Καρβέλα έχει καταντήσει πλέον μια κουραστική επικοινωνιακή παράσταση, με τις καθημερινές, ενορχηστρωμένες διαρροές να υποτιμούν τη νοημοσύνη του κοινού.
Αυτή η βιομηχανία φημών που στήνεται γύρω από το ποιος θα είναι ο «αντικαταστάτης» –λες και ο Καρβέλας είναι εξάρτημα που αλλάζει– αποκαλύπτει μια βαθιά καλλιτεχνική αμηχανία. Αντί το ενδιαφέρον να εστιάζει στην ουσία της μουσικής, αναλώνεται σε ένα φτηνό παιχνίδι δημοσιότητας και σε ονοματολογία της σειράς (Σαμπάνης, Φοίβος, Θεοφάνους), με μόνο στόχο να κρατηθεί το θέμα στην επικαιρότητα.
Η απεγνωσμένη προσπάθεια να παρουσιαστεί αυτή η αλλαγή ως «νέα εποχή» μοιάζει περισσότερο με πανικό παρά με καλλιτεχνικό όραμα. Όταν μια ιστορική πορεία δεκαετιών υποβιβάζεται σε καθημερινά «αποκλειστικά» των μεσημεριανών εκπομπών, το αποτέλεσμα δεν είναι η αγωνία για το μέλλον, αλλά η πλήρης απομυθοποίηση μιας κάποτε σπουδαίας συνεργασίας.
Για δεκαετίες, η Βίσση ξεχώριζε επειδή το προφίλ της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με μια punk-rock αισθητική, μια glam υπερβολή και μια αντισυμβατική ελευθερία. Ήταν η τραγουδίστρια που μπορούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο λαϊκό ξέσπασμα και την ηλεκτρική κιθάρα, επειδή ο Καρβέλας της έγραφε κομμάτια με νεύρο, θεατρικότητα και δημιουργικό θράσος.
Αυτή η μετάβαση δεν είναι εξέλιξη· είναι αποποίηση ταυτότητας. Αντί η Βίσση να υπερασπιστεί το ροκ και αντισυμβατικό DNA που τη διαφοροποίησε από όλη την εγχώρια σκηνή, το περιβάλλον της φαίνεται να επιλέγει τον δρόμο της πλήρους ενσωμάτωσης στο πιο safe, βαρετό και κατεστημένο λαϊκό-ποπ σύστημα.

