Σε τουλάχιστον 68 ανέρχονται πλέον οι νεκροί από τη σύγκρουση δύο τρένων υψηλής ταχύτητας στην Ισπανία, με τις αρχές να εξετάζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες μια υπερταχεία AVE έλαβε εντολή να κινηθεί σε γραμμή όπου παρέμενε ακινητοποιημένη αμαξοστοιχία της Iryo. Σύμφωνα με πηγές της περιφερειακής κυβέρνησης της Καστίλλης-Λα Μάντσα, τις οποίες επικαλούνται η RTVE, η El País και το Reuters, ο αριθμός των θυμάτων αυξήθηκε σημαντικά, ενώ 58 άνθρωποι έχουν τραυματιστεί. Η τραγωδία σημειώθηκε στην επαρχία Τολέδο και οι πρώτες πληροφορίες στρέφουν την έρευνα στη δυσλειτουργία του αυτοματοποιημένου συστήματος σηματοδότησης, καθώς και στις αποφάσεις που ελήφθησαν όταν η κυκλοφορία πέρασε σε χειροκίνητη διαχείριση.
Πώς η βλάβη στη σηματοδότηση προηγήθηκε της σύγκρουσης
Το δυστύχημα σημειώθηκε στο χιλιόμετρο 118 της σιδηροδρομικής γραμμής, μεταξύ Μόρα, Οργκάζ και Ούρδα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσίευσε η El País, το σύστημα ασφαλείας LZB παρουσίασε δυσλειτουργία το πρωί της Τετάρτης, προκαλώντας την ακινητοποίηση περίπου οκτώ τρένων στην περιοχή. Το κέντρο ελέγχου πέρασε στη χειροκίνητη λειτουργία και έδωσε εντολή στις αμαξοστοιχίες να συνεχίσουν την πορεία τους.
Το τρένο της Iryo, ωστόσο, δεν ξεκίνησε και παρέμεινε ακίνητο για λόγους που δεν έχουν διευκρινιστεί. Σύμφωνα με τις αρχικές αναφορές, ελεγκτής στον σταθμό Ατότσα φέρεται να επέτρεψε στην υπερταχεία AVE που ακολουθούσε να κινηθεί, παρά το γεγονός ότι η γραμμή εξακολουθούσε να είναι κατειλημμένη. Λίγο αργότερα η AVE προσέκρουσε στο πίσω μέρος του τρένου της Iryo.
Πηγές της κεντρικής ισπανικής κυβέρνησης αποδίδουν προκαταρκτικά το δυστύχημα σε ανθρώπινο λάθος, ωστόσο η διερεύνηση παραμένει σε εξέλιξη και δεν έχει διατυπωθεί οριστικό συμπέρασμα.
Στους 68 οι νεκροί – Η κατανομή των θυμάτων και οι επιβάτες
Ο νεότερος απολογισμός κάνει λόγο για 68 νεκρούς και 58 τραυματίες. Σε προηγούμενη ενημέρωση, όταν τα θύματα υπολογίζονταν σε 64, είχε αναφερθεί ότι 40 επέβαιναν στο τρένο της Iryo και 24 στην υπερταχεία AVE. Στη Renfe ταξίδευαν 397 άτομα, ενώ στην Iryo 146 επιβάτες και ένα βρέφος.
Η σφοδρότητα της σύγκρουσης ήταν τέτοια ώστε, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, «Η μηχανή της υπερταχείας AVE έχει σφηνωθεί στο τελευταίο βαγόνι του τρένου της Iryo». Δύο βαγόνια της Iryo και ένα της AVE εκτροχιάστηκαν, ενώ εικόνες από το σημείο δείχνουν κατεστραμμένα τμήματα των συρμών και συντρίμμια στην πλαγιά δίπλα στις γραμμές.
Επιβάτες εκσφενδονίστηκαν από τις θέσεις τους
Οι μαρτυρίες των επιζώντων αποτυπώνουν τη βιαιότητα της πρόσκρουσης. Επιβάτης που μίλησε στον Onda Cero ανέφερε: «Ένα πολύ, πολύ βίαιο τράνταγμα. Βρισκόμουν στον διάδρομο και εκσφενδονίστηκα τέσσερις με πέντε θέσεις μακριά. Στο βαγόνι μας υπήρχαν νεκροί». Περιέγραψε επίσης επιβάτες με σπασμένα πόδια και έναν άνθρωπο που είχε καταπλακωθεί από μεταλλικό αντικείμενο.
Η Μάρτα, επιβάτης στο έκτο βαγόνι της Renfe, είδε αποσκευές να εκτινάσσονται και κατάφερε να βγει από σπασμένο παράθυρο. Η Εντουάρντα, που επέβαινε στην Iryo, ανέφερε ότι αντίκρισε τμήμα του τρένου να κρέμεται στην πλαγιά και φωτιά σε βαγόνι, ενώ οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης έφτασαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, μέσα σε περίπου 20 λεπτά.
Ο 54χρονος Χεσούς, ο οποίος εργαζόταν στον φορητό υπολογιστή του τη στιγμή της σύγκρουσης, περιέγραψε ότι χτύπησε στο μπροστινό κάθισμα και στη συνέχεια βοήθησε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κρατώντας ορούς τραυματιών. Ο Χουάν Κασάρες, πρόεδρος της CONCOVI, ανέφερε ότι οι αποσκευές είχαν φράξει τις εξόδους και χρειάστηκε να σπάσουν παράθυρο για να διαφύγουν.
Η αντίδραση της κυβέρνησης και η νέα συζήτηση για την ασφάλεια
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης κινητοποιήθηκαν για τη μεταφορά τραυματιών και την υποδοχή επιβατών. Στην Ούρδα, ο δήμαρχος Μανουέλ Γκαλάν δήλωσε ότι ζητήθηκε η προετοιμασία χώρων, μεταξύ των οποίων αθλητικό κέντρο, για τις ανάγκες της επιχείρησης.
Ο Πέδρο Σάντσεθ ακύρωσε τις υποχρεώσεις του, ενώ το Λαϊκό Κόμμα ανέστειλε τις προεκλογικές εκδηλώσεις. Το δυστύχημα, το τρίτο πιο πολύνεκρο στη χώρα από τη δεκαετία του 1970, σημειώθηκε λίγους μήνες μετά την τραγωδία κοντά στο Ανταμούζ της Κόρδοβας, όπου τον Ιανουάριο είχαν σκοτωθεί 46 άνθρωποι, επαναφέροντας τα ερωτήματα για την ασφάλεια και τη συντήρηση των σιδηροδρόμων.

