Οι μηχανισμοί εξουσίας δεν λειτουργούν ποτέ μόνοι τους. Δίπλα τους, διαχρονικά, αναπτύσσεται ένα δίκτυο ανθρώπων που δεν ασκούν εξουσία, αλλά τη διευκολύνουν· δεν αποφασίζουν, αλλά την νομιμοποιούν. Διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και δείχνουν προς τα έξω την ψεύτικη εικόνα. Είναι οι γλείφτες του συστήματος στη Ρόδο. Ένα σταθερό, αθόρυβο και εξαιρετικά αποτελεσματικό γρανάζι, χωρίς το οποίο η εξουσία θα ήταν πιο εκτεθειμένη και σαφώς πιο ευάλωτη στον έλεγχο.
Γράφει ο Παρατηρητικός
Το φαινόμενο δεν αφορά μεμονωμένες συμπεριφορές ούτε εξηγείται ως προσωπική ηθική αδυναμία. Είναι δομικό. Οι γλείφτες δεν κινούνται με βάση αρχές ή ιδεολογίες, αλλά με κριτήριο την ισχύ. Αναγνωρίζουν ποιος ανεβαίνει, ποιος διατηρεί πρόσβαση, ποιος ελέγχει βήματα και πόρους. Η κολακεία λειτουργεί ως εργαλείο: χαμηλού κόστους, υψηλής απόδοσης. Σήμερα εγκώμιο, αύριο σιωπή, μεθαύριο αποστασιοποίηση ,πάντα ανάλογα με τη φορά του ανέμου.
Όταν η επιβίωση του δημοσιογράφου εξαρτάται από την εύνοια του ισχυρού, η ενημέρωση αλλοιώνεται. Οι δύσκολες ερωτήσεις εξαφανίζονται, τα ενοχλητικά θέματα υποβαθμίζονται, οι συγκρούσεις παρουσιάζονται ως «υπερβολές». Η πραγματικότητα περνά από φίλτρο και η κριτική βαφτίζεται τοξικότητα. Έτσι, η δημοσιογραφία χάνει τον θεσμικό της ρόλο και μετατρέπεται σε μηχανισμό αναπαραγωγής ισορροπιών.
Η κολακεία μειώνει τις αντιστάσεις, τροφοδοτεί τη ματαιοδοξία και δημιουργεί την ψευδαίσθηση καθολικής αποδοχής. Σε αυτό το περιβάλλον, όποιος επιμένει να λέει την αλήθεια αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα και όχι ως αναγκαίος αντίλογος.
Το τίμημα δεν είναι ατομικό. Είναι συλλογικό. Όταν η άνοδος περνά μέσα από τη δουλοπρέπεια, η ικανότητα υποχωρεί, η αξιοπρέπεια γελοιοποιείται και η αλήθεια καθίσταται ανεπιθύμητη. Και όταν η δημοσιογραφία γλείφει για μια μπουγάτσα, το πρόβλημα δεν είναι η προσωπική ένδεια όσων το κάνουν, αλλά η φτώχεια του δημόσιου λόγου.
Γιατί κάθε σύστημα που παραδίδεται στην κολακεία, αργά ή γρήγορα, χάνει την επαφή με την πραγματικότητα. Και τότε, το δηλητήριο σερβίρεται πάντα σε χρυσό φλιτζάνι.

