Το πολιτικό τακτ είναι αναμφίβολα μια αρετή που σπανίζει στις μέρες μας, ειδικά στους διαδρόμους της τοπικής αυτοδιοίκησης. Όταν όμως η αστική ευγένεια επιστρατεύεται για να ντύσει «βελούδινα» ένα πολιτικό διαζύγιο, το οποίο πυροδοτήθηκε από μια προκλητικά ασύμφορη οικονομική σύμβαση, τότε οφείλουμε να κοιτάξουμε πίσω από τις χειραψίες.
Η ανεξαρτητοποίηση του Μιχάλη Κορδίνα δεν είναι μια απλή εσωπαραταξιακή διαφωνία, ούτε ένα προσωπικό καπρίτσιο. Είναι η επίσημη παραδοχή ότι η Ρόδος, για ακόμη μια φορά, κινδυνεύει να δεθεί χειροπόδαρα σε ένα συμβόλαιο τριών δεκαετιών που θα αφήσει στα ταμεία του Δήμου μόνο ψίχουλα. Όταν ένας έμπειρος αυτοδιοικητικός επιλέγει να αποχωρήσει, δείχνοντας ως «τρίτο πρόσωπο» τους όρους εκμετάλλευσης του Καζίνο, η σιωπή των υπολοίπων παύει να είναι χρυσός και γίνεται συνενοχή.
Οι πολίτες της Ρόδου δεν έχουν την πολυτέλεια να παρακολουθούν το θέατρο του παρασκηνίου, ούτε να περιμένουν έναν «Επιχειρησιακό Σχεδιασμό» που θα εφαρμοστεί για μόλις δώδεκα μήνες, λίγο πριν στηθούν ξανά οι κάλπες. Η δημοτική περιουσία ανήκει στο νησί και στους ανθρώπους του, όχι στα business plans καλοβολεμένων επενδυτών που απολαμβάνουν ασυλία χωρίς εμπορική αναπροσαρμογή μισθωμάτων.
Η ευγένεια στην πολιτική είναι καλοδεχούμενη. Η αφέλεια, όμως, και η υπογραφή συμβάσεων που θυμίζουν αποικιοκρατικά κατάλοιπα, αποτελούν βαριά συνδιοίκηση εις βάρος του τόπου. Αν η τωρινή δημοτική αρχή και η παράταξη της μείζονος αντιπολίτευσης θεωρούν ότι το 2% είναι η «αξία» της Ρόδου, ας βγουν να το υπερασπιστούν ανοιχτά. Τα νούμερα, πλέον, είναι πάνω στο τραπέζι. Και καίνε.


