Ζούμε στην εποχή της απόλυτης εικόνας, όπου η επιχειρηματική επιτυχία μετριέται με κυβικά, ακριβά ρολόγια, νυχτερινά κέντρα και «χρυσά» stories από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η πρόσφατη σύλληψη του Άγγελου Γιαννακόπουλου, ιδιοκτήτη πασίγνωστων αλυσίδων εστίασης και αρτοποιίας, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη δικαστική είδηση. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που συχνά επιλέγει να τυφλώνεται μπροστά στη λάμψη του εύκολου πλούτου, αδιαφορώντας για το πώς αυτός παράγεται.
Για το ευρύ κοινό, το όνομα Γιαννακόπουλος ήταν συνδεδεμένο με τη μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού, τα megastores που λειτουργούν 24 ώρες το 24ωρο, και μια Lamborghini που «όργωνε» τους δρόμους. Στα μάτια του μέσου πολίτη, ήταν το πρότυπο του «αυτοδημιούργητου» success story. Στα μάτια των αρχών, όμως, το προφίλ του ήταν εντελώς διαφορετικό: ένας άνθρωπος με βαρύ ποινικό μητρώο, καταδικασμένος στο παρελθόν για τον εφιάλτη του trafficking, που επέστρεφε διαρκώς στο προσκήνιο, προκλητικός και ανέγγιχτος.
Η νέα υπόθεση φορολογικής απάτης εκατομμυρίων ευρώ, που οδήγησε στη σύλληψή του από το νεοσύστατο «ελληνικό FBI», προκάλεσε άμεσα ισχυρούς τριγμούς στην ελληνική περιφέρεια. Ενδεικτικός είναι ο πανικός που επικράτησε στο νησί της Ρόδου, όπου η συγκεκριμένη επιχειρηματική οικογένεια διαθέτει έντονη παρουσία και καταστήματα. Η είδηση της σύλληψης έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία στην τοπική κοινωνία. Στους επιχειρηματικούς κύκλους του νησιού τα τηλέφωνα πήραν φωτιά, με τους ντόπιους εμπόρους και προμηθευτές να αναρωτιούνται για το μέλλον των τοπικών υποκαταστημάτων, τις απλήρωτες υποχρεώσεις και τις επιπτώσεις που θα έχει ένα τέτοιο «κανόνι» στην οικονομία της Ρόδου.
Το «μοντέλο» δραστηριότητας, ωστόσο, δεν περιοριζόταν μόνο στο ψωμί και τον καφέ. Στη Ρόδο, το όνομα της επιχείρησης είχε συνδεθεί έντονα με καταγγελίες για μια ευρύτερη κουλτούρα αυθαιρεσίας, η οποία άγγιζε τη διαχείριση δημόσιων χώρων, μεγάλων πάρκινγκ και τη δραστηριότητα γύρω από τις πολυσύχναστες παραλίες του νησιού. Πρόκειται για το κλασικό φαινόμενο όπου η οικονομική ισχύς μεταφράζεται σε «κατάληψη» ζωτικών τουριστικών σημείων, με παράνομες επεκτάσεις, αποκλεισμούς πρόσβασης και φοροδιαφυγή κάτω από τον καυτό ήλιο, προκαλώντας εδώ και καιρό την αγανάκτηση των κατοίκων που έβλεπαν τις παραλίες τους να μετατρέπονται σε ιδιωτικά φέουδα.
Εν việc ο νόμιμος, μικρομεσαίος επιχειρηματίας στη Ρόδο και σε όλη την Ελλάδα πνίγεται στους φόρους και παλεύει καθημερινά για την επιβίωση, κάποιοι άλλοι έχτιζαν αυτοκρατορίες «μαύρου» χρήματος, κλείνοντας το μάτι στο σύστημα. Η φοροδιαφυγή σε τέτοια κλίμακα δεν είναι απλώς μια οικονομική παράβαση· είναι μια ευθεία κλοπή από τα δημόσια ταμεία, από την υγεία, την παιδεία και τις υποδομές που στερείται ο απλός πολίτης.
Πώς γίνεται ένας άνθρωπος με τέτοιο παρελθόν να συνεχίζει να επεκτείνει τις δραστηριότητές του, να ανοίγει υποκαταστήματα σε τουριστικές ναυαρχίδες όπως η Ρόδος, να εκμεταλλεύεται παραλιακές ζώνες, να προβάλλεται και να αποθεώνεται για την «επιτυχία» του; Η απάντηση κρύβεται στην ανοχή μας. Μάθαμε να μην ρωτάμε το «πού τα βρήκες;», αρκεί η βιτρίνα να είναι λαμπερή.
Η επιχείρηση της ΔΑΟΕ είναι αναμφίβολα μια επιτυχία, όμως η πραγματική κάθαρση δεν θα έρθει μόνο με τις χειροπέδες. Θα έρθει όταν, ως κοινωνία, σταματήσουμε να καταναλώνουμε αμάσητο το «success story» του κάθε τυχάρπαστου που πλούτισε στις πλάτες των εργαζομένων, του κράτους και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μέχρι τότε, οι κραδασμοί και ο πανικός σε τοπικές αγορές και παραλίες σαν κι αυτές της Ρόδου θα είναι απλώς το σύμπτωμα μιας βαθύτερης συστημικής ασθένειας.

