Εικοσιδύο μήνες μετά τη Bora και δεκαεννέα μήνες μετά την παράδοση του πορίσματος στον Δήμαρχο, οι προειδοποιήσεις για τη γεωλογική αστάθεια παραμένουν επίκαιρες. Η κατολίσθηση στο Λαδικό επαναφέρει επιτακτικά το ζήτημα της ασφάλειας.
Η πτώση ενός τεράστιου βράχου, εκτιμώμενου βάρους 60 έως 70 τόνων, στον δρόμο που συνδέει το Λαδικό με την παραλία Άντονι Κουίν, την περασμένη Πέμπτη 15 Οκτωβρίου, θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε τραγωδία.
Από καθαρή τύχη δεν υπήρξαν ανθρώπινα θύματα, καθώς ο γιγαντιαίος βράχος κατέληξε στο οδόστρωμα σε μια περιοχή όπου εκείνη την ώρα κινούνταν επισκέπτες και οχήματα. Περίπου 250 άνθρωποι και 100 οχήματα εγκλωβίστηκαν προσωρινά, μέχρι να αποκατασταθεί η δυνατότητα διέλευσης.
Τις επόμενες μέρες συνεργεία του Δήμου Ρόδου προχώρησαν στον τεμαχισμό και στην απομάκρυνσή του, αποκαθιστώντας την κυκλοφορία.
Το περιστατικό, ωστόσο, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ένα ακόμη πρόβλημα που προκάλεσε η κακοκαιρία και επιλύθηκε με την απομάκρυνση του βράχου.
Γιατί την ίδια στιγμή, λίγα χιλιόμετρα μακριά, στην περιοχή του Μόντε Σμιθ ελοχεύει ένας άλλος, γνωστός και επιστημονικά καταγεγραμμένος γεωλογικός κίνδυνος.
Εκεί όπου ο πρόεδρος του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας, καθηγητής Ευθύμιος Λέκκας, είχε προειδοποιήσει από τον Δεκέμβριο του 2024 για τη γεωλογική αστάθεια του λόφου, επανέρχεται σήμερα, σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, με μια κατηγορηματική δήλωση:
«Εδώ και δύο χρόνια δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα».
Η διαπίστωση αυτή, που διατυπώθηκε στην εκπομπή «Πρωινό Xpress» του Real Voice 99,5, το πρωί της 15ης Οκτωβρίου, λίγες μόνο ώρες πριν την αποκόλληση του γιγαντιαίου βράχου στο Λαδικό, αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ανατρέξει κανείς στις δημόσιες δεσμεύσεις του δημάρχου Ρόδου Αλέξανδρου Κολιάδη, στις εξειδικευμένες αυτοψίες που ακολούθησαν, αλλά και στο πόρισμα των μελετητών που είχε περιέλθει στα χέρια του ήδη από τον Μάρτιο του 2025.
Δεκέμβριος 2024: Η αυτοψία Λέκκα με τον δήμαρχο και η δημόσια αναγνώριση της επικινδυνότητας
Στις 15 Δεκεμβρίου 2024, λίγες ημέρες μετά την καταστροφική κακοκαιρία «Bora», ο Ευθύμιος Λέκκας πραγματοποίησε αυτοψία στο Μόντε Σμιθ, παρουσία του δημάρχου Ρόδου Αλέξανδρου Κολιάδη και στελεχών της δημοτικής αρχής.
Αφορμή αποτέλεσαν οι σοβαρές ενδείξεις αστάθειας, οι ρωγμές και οι υποχωρήσεις του εδάφους που είχαν εμφανιστεί μετά τις ισχυρές βροχοπτώσεις.
Ο ίδιος ο δήμαρχος, με δημόσια ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναγνώρισε ότι η αυτοψία ανέδειξε προβλήματα γεωλογικής αστάθειας και ανακοίνωσε ότι είχε συμφωνηθεί με τον καθηγητή η άμεση εκπόνηση ολοκληρωμένης μελέτης για τις απαιτούμενες παρεμβάσεις σε όλη την έκταση του λόφου.
Παράλληλα, κάλεσε τους οδηγούς που διέρχονταν από τις Κάτω Πέτρες, τόσο στην είσοδο όσο και στην έξοδο της πόλης, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να ακολουθούν τη σχετική σήμανση.
Στην ίδια ανάρτηση διαβεβαίωνε ότι οι έλεγχοι και οι παρεμβάσεις συνεχίζονταν καθημερινά, παρουσιάζοντας τη θωράκιση της Ρόδου και την προστασία των πολιτών ως απόλυτη προτεραιότητα της δημοτικής αρχής.
Η προειδοποίηση Λέκκα τον Δεκέμβριο του 2024: «Μπορεί να πέσει και ένας ογκόλιθος»
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναδρομή σε όσα είχε δηλώσει ο Ευθύμιος Λέκκας σε συνέντευξή του στη «δημοκρατική», που δημοσιεύθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 2024.
Ο καθηγητής είχε εξηγήσει ότι το Μόντε Σμιθ και οι Κάτω Πέτρες απαιτούν συνεχή παρακολούθηση και επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις, καθώς πρόκειται για ένα γεωλογικά ενεργό περιβάλλον.
Είχε μάλιστα επισημάνει ότι από την περιοχή διέρχεται τεράστιος αριθμός πολιτών και επισκεπτών, γεγονός που καθιστά την επικινδυνότητα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, ήταν η ρητή προειδοποίησή του ότι στην περιοχή μπορεί να σημειωθεί πτώση μεγάλου βράχου ή εκτεταμένη κατολίσθηση, όχι μόνο έπειτα από έντονη βροχόπτωση ή σεισμική δόνηση, αλλά ακόμη και υπό συνθήκες φαινομενικής ηρεμίας.
Δηλαδή, ακόμη και σε μια ημέρα χωρίς ακραία καιρικά φαινόμενα.
Αυτή η επισήμανση αποκτά σήμερα ξεχωριστή σημασία, μετά την εικόνα του γιγαντιαίου βράχου που κατέληξε στον δρόμο του Λαδικού.
“Καλύτερα να κινδυνεύουμε λιγότερο, όσο μπορούμε να προφυλαχτούμε, πράγματα που μπορούμε να κάνουμε και που είναι συμβατά με τις εργασίες να μη τα αμελήσουμε και για να μην έχουμε συνέχεια επιπτώσεις. Όντως εκεί μπορεί να πέσει και ένας ογκόλιθος ή να γίνει μία μεγάλη κατολίσθηση και με στατικές συνθήκες, όπως λέμε στα «καλά καθούμενα», και με βροχή αλλά και με σεισμική φόρτιση. Φοβάμαι πιο πολύ, δηλαδή μη γίνει δυνατός σεισμός όπως έγινε το 1997 με δήμαρχο τον Γιώργο Γιαννόπουλο. Ξέρετε τι γίνεται με βάση όλα αυτά που έγιναν το τελευταίο χρονικό διάστημα. Ζήτησα από συνεργάτες μου να ψάξουν στο αρχείο και βρήκαν χάρτες για την Ιαλυσό, τα Αφάντου, την Λίνδο και τη Ρόδο, οι οποίοι είχαν ημερομηνία πάνω 1994-1995. Πέρασαν 30 χρόνια από τότε και στο επίπεδο που ήμασταν τότε είμαστε και τώρα. Πρέπει να γίνει επιτέλους μία επικαιροποίηση αυτών των δεδομένων, που λαμβάνουμε στη Ρόδο για να παραμείνουμε στην πρωτοπορία”, είχε δηλώσει τότε ο Πρόεδρος του ΟΑΣΠ

Ιανουάριος 2025: «Πρώτη προτεραιότητα» οι κατολισθήσεις – Οι δεσμεύσεις Κολιάδη
Στις αρχές Ιανουαρίου 2025, νέες κατολισθήσεις και προβλήματα στα πρανή οδήγησαν τον Δήμο Ρόδου στην προσωρινή διακοπή της κυκλοφορίας στις Κάτω Πέτρες.
Το γεγονός ανέδειξε για ακόμη μία φορά τη σοβαρότητα του προβλήματος.
Στις 9 Ιανουαρίου 2025, η «Ροδιακή» δημοσίευσε ρεπορτάζ με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Σε πρώτη προτεραιότητα οι κατολισθήσεις για τη δημοτική αρχή».
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Δήμος θα κινούνταν σε δύο επίπεδα: αφενός στην άμεση αντιμετώπιση επικίνδυνων σημείων και αφετέρου σε μια μεγάλης κλίμακας, μόνιμη παρέμβαση για τη μελλοντική θωράκιση της περιοχής.
Ο αντιδήμαρχος Τεχνικών Έργων Σταύρος Τσούβαλης δήλωνε τότε ότι η δημοτική αρχή είχε επικεντρωθεί στο ζήτημα, ενώ γινόταν λόγος για την ανάγκη εξασφάλισης σημαντικής χρηματοδότησης.
Ακόμη πιο συγκεκριμένες ήταν οι δηλώσεις του Αλέξανδρου Κολιάδη κατά τη συνεδρίαση της Δημοτικής Επιτροπής στα τέλη Ιανουαρίου, όπως καταγράφηκαν σε δημοσίευμα της «δημοκρατικής» στις 29 Ιανουαρίου 2025.
Ο δήμαρχος αναφέρθηκε στην παρουσία εξειδικευμένων αναρριχητών και μηχανικών, οι οποίοι πραγματοποιούσαν ολοκληρωμένη αυτοψία στο πάνω, στο κάτω και στο ενδιάμεσο τμήμα της περιοχής.
Τόνισε ότι στόχος ήταν να υπάρξει πλήρης εικόνα της κατάστασης και να ακολουθηθούν οι προτάσεις των ειδικών.
Αναγνώρισε επίσης τη σημαντική μεταβολή των εδαφικών συνθηκών εξαιτίας των σεισμικών δονήσεων και των μεγάλων ποσοτήτων νερού.
Και προχώρησε σε μια ιδιαίτερα σημαντική δήλωση:
«Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε ανθρώπινες ζωές».
Η ασφάλεια, όπως υπογράμμιζε, ήταν αδιαπραγμάτευτη, ακόμη και αν χρειαζόταν να κλείσει η κυκλοφορία.
Μάρτιος 2025: Το πόρισμα των ειδικών παραδίδεται στον δήμαρχο – Τι απέγινε;
Η συνέχεια της υπόθεσης αποκτά πλέον ιδιαίτερο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον.
Στις 2 Μαρτίου 2025, η «Ροδιακή» δημοσίευσε ότι το πόρισμα των εξειδικευμένων μηχανικών για τις Κάτω Πέτρες είχε παραδοθεί στον δήμαρχο Ρόδου.
Είχε προηγηθεί η κινητοποίηση ειδικού συνεργείου αναρριχητών μηχανικών, η επιτόπια διερεύνηση των βραχωδών πρανών και η καταγραφή των προβληματικών σημείων με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών μέσων, μεταξύ των οποίων και drones.
Οι έλεγχοι αφορούσαν έκταση περίπου 600 μέτρων, ενώ σκοπός της τεχνικής διερεύνησης ήταν η αποτύπωση της κατάστασης και η υπόδειξη των αναγκαίων παρεμβάσεων.
Το κόστος μόνο των μελετών για τις απαιτούμενες παρεμβάσεις, σύμφωνα με τις τότε δημοσιογραφικές πληροφορίες, εκτιμάτο περί τις 200.000 ευρώ.
Από εκείνο το χρονικό σημείο έχουν περάσει περισσότεροι από 19 μήνες.
Και εδώ ανακύπτει το πλέον ουσιαστικό ερώτημα:
Τι ακριβώς έγινε με το πόρισμα που παραδόθηκε στον δήμαρχο;
Ποιες από τις προτάσεις τους υλοποιήθηκαν και ποιες παραμένουν σε εκκρεμότητα;
Έχει ολοκληρωθεί η συνολική γεωτεχνική μελέτη που είχε εξαγγελθεί τον Δεκέμβριο του 2024 για ολόκληρο τον λόφο;
Έχουν υποβληθεί αιτήματα χρηματοδότησης για τα έργα που κρίθηκαν απαραίτητα και, εφόσον έχουν υποβληθεί, ποια είναι η εξέλιξή τους;
Τα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν να απαντηθούν με γενικόλογες διαβεβαιώσεις.
Έγιναν αποκαταστάσεις, αλλά υλοποιήθηκε η συνολική θωράκιση;
Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Δήμος Ρόδου ανακοίνωσε την ολοκλήρωση εργασιών αποκατάστασης στις Κάτω Πέτρες, συνολικού προϋπολογισμού 140.000 ευρώ από ίδιους πόρους.
Οι εργασίες περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, αντιστήριξη τμήματος του πρανούς στον κάτω δρόμο, μήκους περίπου 20 μέτρων και ύψους περίπου 8 μέτρων, αποκατάσταση του οδοστρώματος και επιμέρους παρεμβάσεις στον παραλιακό πεζόδρομο.
Πρόκειται για υπαρκτές εργασίες, τις οποίες η δημοτική αρχή παρουσίασε ως σημαντική αποκατάσταση των ζημιών της «Bora».
Ωστόσο, η τοπική αποκατάσταση ενός τμήματος του δρόμου δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της γεωλογικής αστάθειας ολόκληρου του Μόντε Σμιθ, όπως είχε αρχικά εξαγγελθεί.
Είναι δύο διαφορετικές τεχνικές παρεμβάσεις, με διαφορετική έκταση και διαφορετικό αντικείμενο.
Άλλο η αποκατάσταση των ζημιών που ήδη προκλήθηκαν και άλλο η προληπτική θωράκιση των πρανών από μελλοντικές αποκολλήσεις και κατολισθήσεις.
Ο Λέκκας σήμερα: «Αν είχε πέσει εκεί αυτή η βροχή, θα είχε φύγει όλος ο δρόμος στη θάλασσα»
Στη συνέντευξή του στην εκπομπή «Πρωινό Xpress» του Real Voice 99,5, μετά την πρόσφατη καταστροφική κακοκαιρία στη Ρόδο, ο Ευθύμιος Λέκκας επανέφερε με δραματικό τρόπο το ζήτημα.
Αναφερόμενος στο Μόντε Σμιθ, υποστήριξε ότι είχε προειδοποιήσει προσωπικά τη δημοτική αρχή για το ενδεχόμενο εκτεταμένων κατολισθήσεων σε περίπτωση ιδιαίτερα έντονης βροχόπτωσης.
Όπως εξήγησε, εάν στην περιοχή είχε πέσει ο όγκος νερού που καταγράφηκε σε άλλα σημεία του νησιού, οι συνέπειες θα μπορούσαν να ήταν καταστροφικές.
«Στο Μόντε Σμιθ θα είχαμε κατολισθήσεις. Θα είχε φύγει όλος ο δρόμος στη θάλασσα».
Η εκτίμηση του προέδρου του ΟΑΣΠ αφορά μια από τις σημαντικότερες οδικές προσβάσεις της πόλης της Ρόδου, από την οποία καθημερινά διέρχεται μεγάλος αριθμός οχημάτων.
Δεν πρόκειται, συνεπώς, μόνο για το ενδεχόμενο καταστροφής μιας υποδομής. Πρόκειται πρωτίστως για την πιθανή έκθεση ανθρώπων σε σοβαρό κίνδυνο.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η συνέχεια της τοποθέτησής του, όταν αναφέρθηκε στην έλλειψη ουσιαστικών παρεμβάσεων από τον Δήμο.
«Εδώ και δύο χρόνια δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα», δήλωσε.
Και όταν επανήλθε το ζήτημα, επανέλαβε κατηγορηματικά:
«Δεν έγινε απολύτως τίποτα».
Η επισήμανση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή προέρχεται από τον επιστήμονα που είχε πραγματοποιήσει την αρχική αυτοψία με τον δήμαρχο, είχε περιγράψει τον κίνδυνο και είχε υποδείξει την ανάγκη συγκεκριμένων παρεμβάσεων.
Και στο βάθος, το σχέδιο πολιτικής προστασίας του 1999
Η υπόθεση του Μόντε Σμιθ συνδέεται άμεσα με ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό ζήτημα που ανέδειξε ο Ευθύμιος Λέκκας στην ίδια συνέντευξη: την ανάγκη επικαιροποίησης του σχεδιασμού πολιτικής προστασίας της πόλης της Ρόδου.
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ δήλωσε ότι η πόλη εξακολουθεί να έχει σχέδιο που ανάγεται στο 1999, επί δημαρχίας Γιώργου Γιαννόπουλου.
Όταν ρωτήθηκε αν το σχέδιο αυτό δεν έχει αναθεωρηθεί, απάντησε καταφατικά, τονίζοντας ότι μια τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Εκείνο που αναδεικνύει ο καθηγητής είναι η ανάγκη επικαιροποιημένου, ειδικού σχεδιασμού με βάση τις σημερινές γεωλογικές, υδρολογικές και πολεοδομικές συνθήκες της πόλης.
Και το Μόντε Σμιθ αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανάγκης.
Γιατί ένας σύγχρονος σχεδιασμός πολιτικής προστασίας δεν μπορεί να περιορίζεται στις ενέργειες που θα γίνουν όταν εκδηλωθεί μια κατολίσθηση.
Πρέπει να περιλαμβάνει την καταγραφή των επικίνδυνων πρανών, τη συστηματική παρακολούθησή τους, τα επιστημονικά κριτήρια για τη λήψη προληπτικών μέτρων, τις εναλλακτικές κυκλοφοριακές διαδρομές και τον μηχανισμό έγκαιρης ενημέρωσης και προστασίας των πολιτών.

Το Λαδικό ως προειδοποίηση – Τι περιμένουμε να συμβεί στο Μόντε Σμιθ;
Η πτώση του γιγαντιαίου βράχου στο Λαδικό υπενθύμισε με τον πιο παραστατικό τρόπο πόσο μικρή μπορεί να είναι η απόσταση ανάμεσα σε ένα φυσικό φαινόμενο και μια ανθρώπινη τραγωδία.
Στο Λαδικό, ευτυχώς, δεν υπήρξαν θύματα.
Στο Μόντε Σμιθ, ο κίνδυνος των κατολισθήσεων είναι γνωστός εδώ και χρόνια, που επιβεβαιώθηκε με νέες αυτοψίες μετά την «Bora», αναγνωρίστηκε δημόσια από τη δημοτική αρχή και αποτέλεσε αντικείμενο εξειδικευμένης τεχνικής διερεύνησης.
Ο ίδιος ο δήμαρχος είχε μιλήσει για την ανάγκη ολοκληρωμένης μελέτης, είχε χαρακτηρίσει την ασφάλεια των πολιτών αδιαπραγμάτευτη και είχε ανακοινώσει ότι θα προχωρούσε με βάση τις προτάσεις των ειδικών.
Το πόρισμα των μελετητών είχε παραδοθεί ήδη από τον Μάρτιο του 2025.
Σχεδόν δύο χρόνια μετά την αρχική αυτοψία, ο Ευθύμιος Λέκκας επανέρχεται υποστηρίζοντας ότι οι ουσιαστικές παρεμβάσεις δεν έγιναν.
Η αντίφαση ανάμεσα στις εξαγγελίες εκείνης της περιόδου και στη σημερινή επισήμανση του προέδρου του ΟΑΣΠ απαιτεί σαφείς απαντήσεις από τη δημοτική αρχή.
Ποια ήταν τα συμπεράσματα των ειδικών; Ποια έργα εισηγήθηκαν; Ποια υλοποιήθηκαν και ποια εκκρεμούν; Και με ποια επιστημονική τεκμηρίωση αξιολογείται σήμερα ως ασφαλής η καθημερινή διέλευση χιλιάδων πολιτών από την περιοχή;
Η κλιματική κρίση και τα ολοένα συχνότερα ακραία φαινόμενα καθιστούν τέτοια ερωτήματα περισσότερο επιτακτικά από ποτέ.

